Με συνεχή ποιοτική κουζίνα, εξαιρετική brigade και ένα αισθητικά ενδιαφέρον περιβάλλον, αποτελεί μια προκλητική πρόταση που δύσκολα μπορεί να αγνοήσει κανείς
Το Zillers ανήκει σε μια περιορισμένη κατηγορία εστιατορίων, η οποία περιλαμβάνει περίπου είκοσι πέντε χώρους άξιους βράβευσης. Παράλληλα, δεν αποτελεί έργο ενός chef-patron, ο οποίος αποφασίζει για τα πάντα, από τα λειτουργικά ζητήματα του εστιατορίου έως το είδος και την ποιότητα των γευστικών προτάσεων που κάνει.
Αντιθέτως, λειτουργεί με βάση την αρχή του «όπου λαλούν πολλοί — εν προκειμένω δύο — κοκόροι…», με όλες τις πιθανές αρνητικές συνέπειες που μπορεί να επιφέρει κάτι τέτοιο.

Όμως, παρά τη «διαρχία» (ιδιοκτήτης – σεφ) που ελέγχει την πορεία του εστιατορίου, τα δύο πρόσωπα που κρατούν τα ηνία έχουν καταφέρει να διατηρήσουν το Zillers στην κορυφή της κατηγορίας των υψηλής ποιότητας εστιατορίων, με σταθερές προδιαγραφές.
Εύλογα μπορεί να αναρωτηθεί κανείς ποια είναι η σημασία αυτού του προλόγου για ένα θέμα που φαινομενικά δεν απασχολεί τον καταναλωτή. Η απάντηση είναι η εξής: ένα εστιατόριο που λειτουργεί υπό την καθοδήγηση δύο ανθρώπων, του επιχειρηματία – ιδιοκτήτη και του σεφ που δημιουργεί το προϊόν, συχνά αντιμετωπίζει δυσκολίες. Το διαφορετικό γνωσιολογικό υπόβαθρο των δύο πλευρών δεν επιτρέπει πάντα την αρμονική συνύπαρξη και την ανοδική πορεία του χώρου, οδηγώντας ενίοτε σε αρνητικά αποτελέσματα.
Και αυτά, τελικά, τα επωμίζεται ο πελάτης.

Αναφέρω το παραπάνω με αφορμή μια τοποθέτηση του Γιάννη Βλαχογιάννη (patron του χώρου), ο οποίος μου επισήμανε ότι στις παρουσιάσεις εστιατορίων σπάνια γίνεται αναφορά στη συμβολή των patrons, καθώς τα εύσημα αποδίδονται σχεδόν αποκλειστικά στον σεφ.
Οφείλω να παραδεχτώ ότι έχει δίκιο. Πολύ συχνά, όταν διατυπώνονται παρατηρήσεις προς την κουζίνα για γευστικές αδυναμίες, η απάντηση που λαμβάνεται είναι πως «υπάρχουν διαφορετικές κατευθύνσεις από τη διοίκηση που δεν μπορούν να αγνοηθούν». Αυτό είναι κάτι που καλό είναι να το έχουμε υπ’ όψιν.
Επιστρέφοντας στο Zillers και στις γεύσεις του: για μία ακόμη φορά έφυγα με πολύ καλές εντυπώσεις, χωρίες περιστροφές. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε όσα προαναφέρθηκαν. Αξίζει να σημειωθεί ότι από το 2016 και έπειτα, από την κουζίνα του Zillers έχουν περάσει μόνο καταξιωμένοι σεφ, γεγονός που υποδηλώνει την ύπαρξη μιας ισχυρής κουλτούρας και μιας παγιωμένης φιλοσοφίας ως προς το τι προσφέρεται στον πελάτη, ανεξάρτητα από το ποιος είναι κάθε φορά επικεφαλής της κουζίνας.

Σήμερα, μετά την Κωνσταντίνα Φάκλαρη και τον Παύλο Κυριάκη, την κουζίνα διευθύνει με σταθερότητα ένας νεότερος, αλλά πλήρως καταξιωμένος σεφ, ο Βασίλης Ρούσσος. Παρότι το εστιατόριο προτείνει δύο set menus – κάτι με το οποίο δεν συμφωνώ για συγκεκριμένους λόγους – ο Ρούσσος καταφέρνει να διατηρεί τις ισορροπίες σε μεγάλο βαθμό.
Η μικρή καρτέλα που περιγράφει το μενού είναι απόλυτα σαφής και κατανοητή, ακόμη και για έναν πελάτη χωρίς ιδιαίτερες γαστρονομικές γνώσεις, ενώ το περιεχόμενο των πιάτων ανταποκρίνεται πλήρως σε αυτό που περιγράφεται, κάτι όχι αυτονόητο για εστιατόρια αυτού του επιπέδου.

Σε ό,τι αφορά το βασικό ζητούμενο για τον επισκέπτη, το οποίο είναι αφενός μεν η γεύση αφετέρου δε ο κατανοητός χαρακτήρας του περιεχομένου των πιάτων, ο Βασίλης Ρούσσος αγγίζει το απόλυτο.
Αν προστεθεί σε αυτό το συνολικό περιβάλλον, που θυμίζει ένα γοητευτικό γαλλικό bistro, με τη διαφορά ότι βρίσκεται στην κορυφή ενός κτιρίου και προσφέρει μοναδική θέα στην Ακρόπολη, τότε το Zillers αποκτά έναν πραγματικά ξεχωριστό και μοναδικό χαρακτήρα.
Ίσως κάποιοι από εσάς να περιμένετε μια αναλυτική περιγραφή των πιάτων ή της αισθητικής του χώρου. Πιστέψτε με, δεν είναι απαραίτητο.
Αυτό που χρειάζεται είναι να κλείσετε ένα τραπέζι, και δεν θα χάσετε.

