Ένας χώρος γεμάτος αναμνήσεις επιστρέφει με νέα ταυτότητα, νοσταλγικές γεύσεις, ευρηματικά cocktails και την υπόσχεση ότι τα καλύτερα βράδια του κέντρου είναι ακόμη μπροστά μας
Είναι απόγευμα Τετάρτης, στα μέσα Μαΐου, και η Αθήνα έχει αρχίσει σιγά σιγά να φορά τα καλοκαιρινά της. Δεν έχει περάσει ούτε μήνας από τότε που το Κλακάζ άνοιξε τις πόρτες του στο κοινό και η ανυπομονησία μου να βρεθώ ξανά στο μαγικό στενάκι της Αβραμιώτου είναι, ομολογουμένως, μεγάλη.
Στον δρόμο, σκέφτομαι τις αμέτρητες πολιτιστικές και καλλιτεχνικές συναντήσεις, αλλά και τις δράσεις στις οποίες συμμετείχα. Κάποιες από αυτές πραγματοποιήθηκαν στο Kinky, πίσω στο 2005 – 2006, και αργότερα στο six d.o.g.s., από το 2011 και μετά.

Οι αναμνήσεις αυτές μου γεννούν ένα αίσθημα χαρμολύπης και νοσταλγίας. Και τι δεν έχω ζήσει σε εκείνο το στενό… Πολλοί από τον καλλιτεχνικό κύκλο που διαβάζετε αυτό το άρθρο είμαι βέβαιη πως θα ταυτιστείτε μαζί μου.
Η μοίρα θέλει να συναντιέμαι με τον Κωνσταντίνο Δαγριτζίκο σε περιόδους που και οι δύο, με κάποιον τρόπο, κάνουμε νέα ξεκινήματα. Όνειρα, σχέδια και επιχειρηματικά εγχειρήματα που χαρακτηρίζονται από δημιουργικότητα και καινοτομία.
Έτσι ακριβώς είναι και το Κλακάζ. Δεν αποτελεί απλώς μια νοσταλγική αναβίωση του six d.o.g.s., αλλά ένα φρέσκο και καινοτόμο εγχείρημα, που φιλοδοξεί να εξελιχθεί σε πολιτιστικό hub και ταυτόχρονα σε σημείο γαστρονομικής απόλαυσης.

Στο σημερινό άρθρο δεν θα εστιάσω στην πολιτιστική του ταυτότητα, στα live, στα DJ sets και στα parties. «Πάλι με χρόνια, με καιρούς, πάλι δικά μας θα ’ναι», αφού πρώτα αυτό το νέο hot spot του κέντρου βρει τους all-day ρυθμούς του.
Θα μιλήσω για την εμπειρία της φιλοξενίας, το φαγητό που ξυπνά μνήμες από τα 90s, αλλά και για την μπάρα που σύντομα θα αποτελέσει σημείο αναφοράς για πολλά ακόμη γαστρονομικά εγχειρήματα. Ας τα πάρουμε, όμως, από την αρχή.
Φτάνοντας στην Αβραμιώτου, κατεβαίνεις τη διάσημη σκάλα με τα αμέτρητα stickers. Μια σκάλα που κουβαλά ακόμη την αύρα του six d.o.g.s., χωρίς όμως να μοιάζει κουρασμένη ή πολυκαιρισμένη. Είναι φρέσκια, καθαρή, με το αποτύπωμα του χρόνου να υπενθυμίζει σε κάθε σκαλοπάτι πως τα vibes παραμένουν εκεί και περιμένουν κάποιον να τα ξυπνήσει ξανά.

Ο χώρος είναι μεγάλος, με ακατέργαστους τοίχους αλλά και προσεγμένες παρεμβάσεις που του προσδίδουν μια σύγχρονη urban αισθητική. Η πρώτη αίσθηση είναι αυτή της άνεσης και της ηρεμίας που αποπνέουν οι σκανδιναβικοί co-working χώροι. Οι γήινες αποχρώσεις, τα stools, τα έπιπλα και τα minimal γεωμετρικά στοιχεία σε κάνουν να χαλαρώνεις και σε προδιαθέτουν να τον επιλέξεις για λίγες ώρες remote εργασίας ή διαβάσματος.
Άλλωστε, το Κλακάζ λειτουργεί από νωρίς, διαθέτει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα γευστική πρόταση και συμπληρώνεται από ένα δημιουργικό μπαρ. Με λίγα λόγια, δεν του λείπει τίποτα. Και αν πεινάσεις ή θελήσεις να πιεις κάτι από νωρίς, δύσκολα θα μείνεις παραπονεμένος.

Το μεγάλο ατού του Κλακάζ είναι ο αστικός του κήπος. Τεράστιος, φωτεινός, πολυεπίπεδος, προσεγμένος και ιδανικός για κάθε είδους συνάντηση: από μικρές παρέες και πάρτι μέχρι meetings, πρώτα ραντεβού και οικογενειακά μεσημεριανά γεύματα.
Το Κλακάζ στεγάζεται σε έναν χώρο με ιστορία, όμως κοιτάζει ξεκάθαρα προς το μέλλον. Η νέα ομάδα στην οποία έχει επενδύσει ο Δαγριτζίκος είναι φρέσκια, αλλά και ώριμη ταυτόχρονα. Όλα μοιάζουν μελετημένα και άρτια οργανωμένα. Δεν διακρίνεις προχειρότητα και είμαι βέβαιη πως είτε είσαι foodie και boozelover είτε music junkie και dance floor maniac, θα βρεις κάτι που θα σε κερδίσει.

Ο κήπος είναι μια μικρή αθηναϊκή όαση. Δέντρα, άνετα τραπεζοκαθίσματα που παραπέμπουν στις καρέκλες των εξοχικών καφενείων των 90s, σε αποχρώσεις vintage baby blue και κεραμιδί. Άνεση και ιδιωτικότητα για κάθε εσωστρεφή επισκέπτη που θέλει να φτάσει μέχρι το τελευταίο σημείο του πάνω επιπέδου και να βρει καταφύγιο κάτω από ένα δέντρο. Το Κλακάζ είναι πραγματικά για όλους.
Στο μενού, η νοσταλγική διάθεση του Δαγριτζίκου και της ομάδας που το επιμελείται μοιάζει να αντλεί έμπνευση από τα παιδικά μας πάρτι – αν βρίσκεσαι κάπου στα μέσα των 40, θα καταλάβεις ακριβώς τι εννοώ. Ρίχνω μια προσεκτική ματιά στις προτάσεις και χαμογελώ διαβάζοντας τους τίτλους των πιάτων.

Στο Κλακάζ θα βρεις μια μεγάλη ποικιλία από smoothies και milkshakes για να συνοδεύσεις το πρωινό σου. Ξεχωρίζω το sandwich Pantofla με πάριζα, ομελέτα, φέτα και ντομάτα και αμέσως θυμάμαι το κυλικείο του σχολείου.
Στην κατηγορία Adults’ Kids Party, το μενού απευθύνεται στο μικρό παιδί που εξακολουθεί να κατοικεί μέσα μας. Εκεί θα βρεις τη Mortadella Boba των παιδικών πάρτι, όμως εμείς κινηθήκαμε προς τις κροκέτες τυριού και τις κοτομπουκιές.
Μην παρασυρθείς. Οι μερίδες στο Κλακάζ είναι γενναιόδωρες και τα πιάτα ακολουθούν τη φιλοσοφία του μοιράσματος. Και οι δύο επιλογές αποδεικνύουν ότι η ομάδα δίνει έμφαση στην ποιότητα της πρώτης ύλης, στην τεχνική αλλά και στο σωστό τηγάνισμα.

Οι κοτομπουκιές είναι ζουμερές, ελαφρώς πικάντικες και φτιαγμένες από πραγματικό κοτόπουλο, ενώ οι κροκέτες τυριού είναι ισορροπημένες, άψογα παναρισμένες και καθόλου υπερβολικά αλμυρές, σε σχέση με άλλες του είδους τους.
Και τα δύο πιάτα σε προτρέπουν σχεδόν αυθόρμητα να συνοδεύσεις το γεύμα σου με ένα cocktail. Στη δική μας περίπτωση, ξεκινήσαμε με το Salty Drop και το Bloody Maria από τη λίστα των signature cocktails.
Πριν συνεχίσω με τα πιάτα, αξίζει να αναφερθώ στον Δημήτρη Ρούσσο, ο οποίος έχει καταθέσει ένα σημαντικό κομμάτι της ψυχής του – και πολλές γνώσεις – στο Κλακάζ. Ο Ρούσσος ξεχωρίζει για την τελειομανία και την εφευρετικότητα του και συγκαταλέγεται στους ελάχιστους bartenders που ακολουθούν με συνέπεια τη φιλοσοφία της αειφορίας.

Δεν δημιουργεί εργαστηριακές τεχνικές ούτε πειραματίζεται με ζυμώσεις επειδή αποτελούν τάση. Το κάνει επειδή πιστεύει ουσιαστικά στην αξιοποίηση των πρώτων υλών και επιθυμεί ο επισκέπτης να δοκιμάζει κάτι που είναι ταυτόχρονα γευστικά καινοτόμο και περιβαλλοντικά βιώσιμο.
Στο Κλακάζ, και ιδιαίτερα στην μπάρα του, θα ανακαλύψεις γεύσεις που προκύπτουν από διαδικασίες fermentation σε απρόσμενους συνδυασμούς. Η Paloma 2.0 αξίζει την προσοχή σας, καθώς συνδυάζει ρόδι με λακτοζύμωση, ενώ η CPC Margarita διαθέτει στο χείλος του ποτηριού αλάτι που προέρχεται από ψητό ξινολάχανο. Το αποτέλεσμα είναι μια εμπειρία ποτού που αποκτά άλλη διάσταση και δένει ιδανικά με τη γαστρονομική πρόταση του χώρου.

Επιστρέφοντας στα πιάτα, ξεχωρίζει η σαλάτα Caprese με την κρυμμένη φέτα προζυμένιου ψωμιού κάτω από τη burrata, υπενθυμίζοντάς σου ότι οι βούτες στο πιάτο επιτρέπονται. Εξίσου εντυπωσιακή είναι η λίστα με τις Canadian style πίτσες, που σε δυσκολεύει πραγματικά να επιλέξεις.
Ανάμεσα στις κλασικές γεύσεις και την αγαπημένη pineapple pizza που ξυπνά αναμνήσεις από τη Γηραιά Αλβιώνα, όπου άλλωστε πέρασε ένα διάστημα και ο Δαγριτζίκος, επιλέγω τελικά την Pastourma. Στο Κλακάζ θα δοκιμάσεις πίτσα με παστουρμά και θα δροσίζεις τον ουρανίσκο σου με Bloody Maria. Αφράτη ζύμη, γλυκιά σάλτσα ντομάτας στη σωστή ποσότητα, gouda και λεπτές φέτες παστουρμά συνθέτουν ένα αποτέλεσμα που λειτουργεί εξαιρετικά.

Για όσους αγαπούν τα λαζάνια, το μενού περιλαμβάνει δύο επιλογές. Προσωπικά συστήνω ανεπιφύλακτα τα Carbonara Lasagna, τα οποία είναι ιδιαίτερα επιτυχημένα γευστικά. Χαίρομαι επίσης που βλέπω επιλογές και για τους μικρούς επισκέπτες. Το είπαμε: το Κλακάζ ανήκει σε όλους.
Η βραδιά ολοκληρώνεται με συζήτηση, αναμνήσεις, λίγο κουτσομπολιό εποχής και επιδόρπιο την Touloumba Chantilly. Πόσο πιο vintage πια; Καραμελωμένη τραγανότητα, σιροπιασμένο κέλυφος και ένα βελούδινο σύννεφο γάλακτος και βανίλιας στην καρδιά του γλυκού. Όλα θυμίζουν, λίγο ή πολύ, μια ανέμελη καλοκαιρινή βραδιά.

Καθώς το φως της ημέρας σβήνει, ο κήπος του Κλακάζ μοιάζει με πεδιάδα γεμάτη πυγολαμπίδες. Τα φαναράκια στα τραπέζια φωτίζουν διακριτικά το χώρο και τότε ανάβει η φωτεινή επιγραφή του six d.o.g.s. Μόνο που τώρα είναι τοποθετημένη ανάποδα.
Η μουσική δυναμώνει και οι ήχοι από τα decks της Χριστίνας Κρατημένου μας ταξιδεύουν σε μια Ανατολή που τη “βρίσκει” με disco και groova… Μια νέα αρχή. Ένα διαφορετικό momentum. Και εσύ δεν έχεις παρά να πας και να ξυπνήσεις τα vibes.
