Ο Δημήτρης Δημητριάδης, με τον Κώστα Μπρίνια στο πλευρό του, παρουσιάζει μια σύγχρονη εκδοχή της ελληνικής κουζίνας που αποδεικνύει ότι η γαστρονομία μπορεί να σταθεί ισάξια δίπλα στην Ακρόπολη
Η περιοχή του Θησείου, για τους περισσότερους, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους διεθνείς επισκέπτες της χώρας μας και, ανά δεκαετίες, θα έλεγε κανείς πως αλλάζει γαστρονομική ταυτότητα. Καθοριστικό ρόλο στη γαστρονομική της εξέλιξη έπαιξαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 και η πεζοδρόμηση των οδών Διονυσίου Αρεοπαγίτου και Αποστόλου Παύλου.
Εκείνη την εποχή, το Θησείο μετατράπηκε στη βιτρίνα της Αθήνας και οι επιλογές εξόδου περιορίζονταν κυρίως ανάμεσα σε χώρους παραδοσιακής ελληνικής κουζίνας και εστιατόρια με θέα στον Ιερό Βράχο.

Η μεγάλη αλλαγή ήρθε τη δεκαετία 2010–2020, όταν το Θησείο άρχισε να προσελκύει σεφ που θέλησαν να αξιοποιήσουν τα προνόμια της περιοχής, την ιστορικότητα και τη μοναδική θέα, συνδυάζοντάς τα με μια σύγχρονη προσέγγιση της ελληνικής κουζίνας. Μια κουζίνα που θα «έσπαγε» το στερεότυπο «ελληνική κουζίνα ίσον μουσακάς και greek salad» και θα πρόσφερε στον επισκέπτη κάτι πιο δημιουργικό και ουσιαστικό.
Έχω αναφερθεί και σε παλαιότερο άρθρο μου για το Θησείο και την επιρροή που άσκησε στην περιοχή ο σεφ Άρης Τσανακλίδης μέσα από το εστιατόριο Kuzina. Θα ήταν, λοιπόν, άσκοπο να μην προηγηθεί αυτή η αναφορά στο σημερινό άρθρο, το οποίο αφορά το Hill Athens Restaurant.

Μετά την πρόσφατη επίσκεψή μου, θεωρώ πως το Hill Athens Restaurant αξίζει να αναφέρεται όχι απλώς ως ένα rooftop με εμβληματική θέα, αλλά ως ένα εστιατόριο που τιμά την ελληνική κουζίνα και την εξελίσσει διαρκώς, εκσυγχρονίζοντας τη χωρίς να αποκόπτεται από τις παραδοσιακές της ρίζες.
Αυτόν τον απαιτητικό ρόλο έχει αναλάβει ο σεφ Δημήτρης Δημητριάδης, τον οποίο – όσοι με γνωρίζετε – ξέρετε πως εκτιμώ ιδιαίτερα για τη δημιουργικότητα, τη μελέτη και την έρευνα που προηγούνται κάθε νέου μενού.
Στην καθημερινή λειτουργία της κουζίνας, ο άνθρωπος που υλοποιεί τις ιδέες του Δημητριάδη είναι ο νεαρός σεφ Κώστας Μπρίνιας, εξίσου ανήσυχος, δυναμικός και πνευματώδης, όπως φάνηκε και από τη σύντομη συζήτησή μας γύρω από τα πιάτα που ετοιμάζει.

Το Hill Athens Restaurant στεγάζεται σε ένα κτίριο που όποιος έχει περπατήσει την Αποστόλου Παύλου δύσκολα θα έχει αγνοήσει. Πρόκειται για έναν πολυεπίπεδο χώρο που φημίζεται τόσο για τη θέα προς την Ακρόπολη όσο και για εκείνη προς τον Λυκαβηττό. Πολλοί το επιλέγουν για δείπνο την ώρα που δύει ο ήλιος. Το rooftop, στο υψηλότερο επίπεδο του κτιρίου, μετατρέπεται κατά τους θερμούς μήνες σε πόλο έλξης για τους διεθνείς επισκέπτες της πόλης.
Τον υπόλοιπο χρόνο, τα τραπέζια με τους άνετους καναπέδες στους εσωτερικούς ορόφους, καθώς και το μπαρ στην είσοδο, φιλοξενούν τόσο ντόπιους όσο και ταξιδιώτες που επιλέγουν την Αθήνα ως προορισμό όλες τις εποχές του χρόνου.
Το περιβάλλον είναι προσεγμένο και αποπνέει περισσότερο την αίσθηση ενός αθηναϊκού boutique restaurant παρά μιας αυστηρής fine dining σάλας. Χαμηλός φωτισμός, γήινες αποχρώσεις, καθαρές γραμμές στα έπιπλα και αναπαυτικά καθίσματα συνθέτουν ένα σκηνικό που σε παρακινεί να παρατείνεις ευχάριστα την παραμονή σου.

Προσωπικά, το Hill Athens Restaurant, μου θυμίζει ένα εστιατόριο φιλόξενο και ανεπιτήδευτο (με το εντυπωσιακό rooftop του), παρά τη θέση του η οποία θα μπορούσε εύκολα να συντηρεί μια περιττή επισημότητα. Και, ως γνωστόν, οι χώροι είναι οι άνθρωποι τους. Στην περίπτωση του Hill Athens Restaurant, το φιλόξενο και άρτια εκπαιδευμένο προσωπικό συμβάλλει καθοριστικά στη δημιουργία αυτής της ζεστής ατμόσφαιρας και μιας ολοκληρωμένης εμπειρίας φιλοξενίας.
Το μενού του Δημητριάδη φωνάζει ελληνικότητα από μίλια μακριά. Ο σεφ επιλέγει να παρουσιάσει μια γαστρονομική πρόταση που στηρίζει μικρούς παραγωγούς, την εποχικότητα και τη βιωσιμότητα. Οι μερίδες είναι προσεκτικά μελετημένες, τα πιάτα συνδυάζονται αρμονικά μεταξύ τους και η σύγχρονη τεχνική λειτουργεί πάντα κάτω από την ομπρέλα της ελληνικής παράδοσης.

Διαβάζοντας προσεκτικά το μενού, ο επισκέπτης μπορεί να κινηθεί με την κλασική λογική «ορεκτικό – κυρίως – επιδόρπιο» και να αποκομίσει πλήρως τη φιλοσοφία της εποχικής ελληνικότητας που πρεσβεύει ο Δημητριάδης. Εξίσου κερδισμένος, όμως, θα βγει και εκείνος που θα επιλέξει μια πιο χαλαρή προσέγγιση, μοιράζοντας πιάτα με την παρέα του και δοκιμάζοντας από όλα.
Δοκιμάσαμε αρκετά πιάτα από το μενού της νέας σεζόν και δεν θα ήθελα να κουράσω με πληθωρικές περιγραφές. Αξίζει, ωστόσο, να σταθώ στη σαλάτα παντζάρι, μία από τις πιο ενδιαφέρουσες που έχουμε δοκιμάσει τον τελευταίο καιρό. Η πίκλα παντζαριού συνδυάζεται με κρέμα αμυγδάλου, αλμυρίκι, βασιλικό και καβουρδισμένο αμύγδαλο, δημιουργώντας ένα παιχνίδι ανάμεσα στην οξύτητα, τη γλύκα και τη λιπαρότητα. Το αλμυρίκι προσθέτει έναν διακριτικά θαλασσινό χαρακτήρα, ενώ το καβουρδισμένο αμύγδαλο χαρίζει τραγανότητα και βουτυράτη φινέτσα. Σπάνια αφιερώνουμε τόσο χώρο σε μια σαλάτα… αυτή, όμως, το αξίζει.

Πολύ ενδιαφέρον ήταν και το μοσχαρίσιο tartare με κρέμα πιπεριάς Φλωρίνης, τομάτα και γραβιέρα Σύρου. Πλούσιο σε γεύση, με ισορροπημένη λιπαρότητα και φυσική γλυκύτητα, αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο την ελληνική ταυτότητα των πρώτων υλών του. Ένα κλασικό γαλλικό πιάτο μεταμορφώνεται εδώ σε μια σύγχρονη μεσογειακή σύνθεση.
Ακολούθησε το ψητό καλαμάρι με τραγανά αμπελοφάσουλα, αμύγδαλο, μελισσόχορτο και ajvar sauce. Το καλαμάρι εντυπωσιάζει για την τρυφερή σάρκα και την καθαρή του γεύση, ενώ τα αμπελοφάσουλα και το μελισσόχορτο προσθέτουν αρωματική προσωπικότητα και φρεσκάδα. Η βελούδινη ajvar sauce, με τις γλυκοκαπνιστές νότες ψητής πιπεριάς, ενώνει όλα τα στοιχεία του πιάτου σε μια ιδιαίτερα ισορροπημένη σύνθεση.

Για τους meat lovers, το λεμονάτο κοτόπουλο Ναυπάκτου φέρνει στην επιφάνεια μνήμες παιδικού καλοκαιριού: εκείνες τις μέρες, μετά το ανέμελο παιχνίδι, που βουτούσαμε το ψωμί στο ταψί με τις λεμονάτες πατάτες φούρνου και ξεψαχνίζαμε το κρέας μέχρι την τελευταία μπουκιά.
Η αρνίσια picanha, συνοδευόμενη από ένα σύγχρονο μπριάμ, παραπέμπει σε οικογενειακό κυριακάτικο τραπέζι, ενώ τα βιολογικά χοιρινά μάγουλα με ψητά πράσα και σάλτσα γιαουρτιού προσφέρουν αυτό που αποκαλώ «γευστική θαλπωρή», αλλά θα τα ήθελα με επιλογή από κάποιο side dish για να μην πέσω με τα μούτρα στο ψωμί.

Εγώ, πάντως, εντυπωσιάστηκα περισσότερο από το μυλοκόπι (το πιάτο αλλάζει ανάλογα με το ψάρι ημέρας) σε σάλτσα φινόκιο με φρέσκο αρακά και μάραθο. Με αυτό το τόσο φινετσάτο πιάτο, ο Δημητριάδης, και κατ’ επέκταση ο Μπρίνιας, αποδεικνύουν πως το Hill Athens Restaurant έχει πολλά να προσφέρει γαστρονομικά τόσο στους ντόπιους όσο και στους επισκέπτες της πόλης.
Μπορεί η περιοχή, το κτίριο και το κοινό που το προσεγγίζει να μη δημιουργούν εξαρχής τις προσδοκίες ενός εστιατορίου που επιδιώκει γαστρονομικές καινοτομίες, όμως η προσήλωση και η συνέπεια των σεφ αποδεικνύουν πως η ελληνικότητα, η παράδοση και η φινέτσα μπορούν να αναβαθμίσουν ακόμη και την πιο τουριστική rooftop εμπειρία.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως το μενού καλύπτει όλες τις γευστικές προτιμήσεις και συμπληρώνεται από μια πλούσια οινική λίστα με έμφαση στον ελληνικό αμπελώνα. Για τους cocktail lovers το εστιατόριο παρουσιάζει μια signatures’ list για να ξεκινήσουν ή να ολοκληρώσουν το δείπνο τους με ένα ποτήρι στο χέρι.
Και φυσικά, δεν λείπουν τα πληθωρικά επιδόρπια. Οι σεφ δίνουν το «παρών» με πέντε κλασικές ελληνικές επιλογές, από πορτοκαλόπιτα, γαλατόπιτα και ρυζόγαλο μέχρι προφιτερόλ και μους γιαουρτιού με ναμελάκα λευκής σοκολάτας. Κάθε sweet tooth θα θελήσει να δοκιμάσει περισσότερα από ένα – όπως ακριβώς συνέβη και στη δική μου περίπτωση.

Εν κατακλείδι, το Hill Athens Restaurant αξίζει να μπει στη λίστα σας, πρωτίστως για την κουζίνα του και δευτερευόντως για τη θέα. Και πιστέψτε με, αυτό δεν είναι καθόλου μικρό κομπλιμέντο για ένα εστιατόριο που βρίσκεται σε ένα από τα πιο προνομιακά σημεία της Αθήνας…
*Το Hill Athens Restaurant είναι ένας All Day προορισμός, το άρθρο εστιάζει στην εμπειρία δείπνου

