Με ιστορία που μετρά δεκαετίες, το Μαϊάμι στη Νέα Κρήνη αποδεικνύει πως η συνέπεια στην ποιότητα και η διαρκής εξέλιξη είναι τα στοιχεία που κρατούν ένα εστιατόριο διαχρονικά αγαπητό
Διανύοντας αισίως την όγδοη δεκαετία λειτουργίας του το Μαϊάμι δεν έμεινε ποτέ στάσιμο. Από παραθαλάσσιο ουζερί, σε κοσμοπολίτικο σημείο συνάντησης, μέχρι κοσμικό εστιατόριο που φιλοξενούσε μουσικές βραδιές, έχει γνωρίσει διαφορετικές εκφάνσεις ανά τα χρόνια, παραμένοντας όμως πιστό στις αρχικές του αξίες: τα φρέσκα ψάρια και την ποιότητα των πρώτων υλών.
Έτσι εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πιο αναγνωρίσιμα εστιατόρια θαλασσινών της Θεσσαλονίκης.

Μέρος της ταυτότητας του Μαϊάμι αποτελεί και ο οικογενειακός του χαρακτήρας, με τις αδερφές Τέρτση – Ντίνα και Γωγώ – μαζί με τον ξάδερφό τους Δημήτρη Μαμάη να δίνουν την συνέχεια της εξελικτικής του πορείας.
Έχω επισκεφτεί το Μαϊάμι αρκετές φορές, για διαφορετικές περιστάσεις και σε όλες τις εποχές του χρόνου, κι αυτό διότι ο ίδιος ο χώρος του εστιατορίου χαρακτηρίζεται από μία ποικιλομορφία επιπέδων, που μου επιτρέπει να επιστρέφω με καινούργιες κάθε φορά αφορμές. Από καθημερινές εξόδους, επαγγελματικά ραντεβού μέχρι πιο ιδιαίτερα ή ρομαντικά δείπνα, υπάρχει σίγουρα κάποια γωνιά του μαγαζιού – είτε στον εσωτερικό είτε στον εξωτερικό χώρο – προετοιμασμένη να αντεπεξέλθει σε όλες τις συνθήκες.

Δεν θα μπορούσα φυσικά να μην σταθώ για λίγο και στην άμεση επαφή του με τη θάλασσα, η οποία αποκαλύπτεται σταδιακά όσο κατεβαίνεις από τις πέτρινες σκάλες που οδηγούν στο τελευταίο επίπεδο του μαγαζιού, εκεί, όπου τα τραπέζια φτάνουν κυριολεκτικά πάνω από το κύμα.
Η αδιάκοπη παρουσία του νερού λοιπόν, σε συνδυασμό με τις υφές πέτρας και ξύλου που κυριαρχούν στην αισθητική του εστιατορίου καθώς και μερικές μικρές διακοσμητικές λεπτομέρειες όπως τα λαμπάκια στην κορυφή της εξωτερικής τέντας ή τα διακριτικά στοιχεία πράσινου συνθέτουν μία ατμόσφαιρα που σε απομακρύνει από τον αστικό ρυθμό της Θεσσαλονίκης.

Περνώντας στο γαστρονομικό κομμάτι, η σεφ Σοφία Τεφτσή, επιμελείται τα τελευταία χρόνια τις γευστικές δημιουργίες του εστιατορίου, διαμορφώνοντας ένα μενού που κινείται με άνεση ανάμεσα σε γνώριμες ελληνικές γεύσεις και μεζέδες αλλά και σύγχρονες εκφράσεις της θαλασσινής κουζίνας.
Προσωπικό μου αγαπημένο πιάτο – ούσα λάτρης της ωμοφαγίας – τα σπαγγέτι με ταρτάρ καραβίδας τα οποία εξαφανίστηκαν από το τραπέζι με αστραπιαία ταχύτητα πριν προλάβω να τα απαθανατίσω. Ένα άκρως καλοκαιρινό πιάτο με έντονη αίσθηση φρεσκάδας τόσο από την καραβίδα όσο και από την μπρινουάζ εποχιακών λαχανικών, καθώς και με την – τόσο όσο – απαραίτητη λιπαρότητα από το βούτυρο γάλακτος και την παρμεζάνα που δένουν αρμονικά όλες τις γεύσεις.

Η καθαρότητα των γεύσεων άλλωστε, κυριαρχεί σαν στοιχείο στο μαγειρικό όραμα του Μαϊάμι, με την σεφ να διαχειρίζεται τις πρώτες ύλες με τρόπο τέτοιο ώστε να καταλαβαίνεις ακριβώς τι γεύεσαι και γιατί.
Οφείλω, επίσης, να ομολογήσω πως χαίρομαι ιδιαίτερα όταν συναντώ γυναίκες να διακρίνονται σε ηγετικούς ρόλους στον κλάδο της φιλοξενίας, τόσο στην επιχειρηματική διοίκηση όσο και στην επαγγελματική κουζίνα, πόσο μάλλον να τις βλέπω να συνεργάζονται πίσω από ένα κοινό όραμα όπως συμβαίνει στο Μαϊάμι.
Γι’ αυτό και η τελευταία μου επίσκεψη απέκτησε ιδιαίτερη αξία, καθώς είχα την χαρά να γνωρίσω προσωπικά – έστω και για λίγο – τη Ντίνα Τέρτση και τη Σοφία Τεφτσή.

Δύο γυναίκες, οι οποίες, καθεμιά από την δική της πλευρά, εκπροσωπούν διαφορετικές αλλά εξίσου σημαντικές πτυχές της σύγχρονης φυσιογνωμίας του εστιατορίου.
Συνολικά, καταλήγω πως, σε μια εποχή που η εστίαση αλλάζει διαρκώς και οι τάσεις διαδέχονται ταχύτατα η μία την άλλη, το Μαϊάμι αποδεικνύει πως η πραγματική διαχρονικότητα ενός εστιατορίου βρίσκεται στην ικανότητα του να εξελίσσεται χωρίς να απεμπολεί τις αξίες που το καθιέρωσαν, καταφέρνοντας να παραμένει ουσιαστικό και επίκαιρο. Μια ισορροπία που, όπως φαίνεται, εξακολουθεί να δικαιώνει την πορεία του μέσα στο χρόνο.


