Ο chef Ζαχαρίας Κοπρίδης δίνει νέα πνοή στο εστιατόριου του Ciel, μέσα από comfort πιάτα με Ελληνικές αναφορές, σωστή τεχνική και ανεπιτήδευτη νοστιμιά
Στη καρδιά της Νέα Παραλίας στη Θεσσαλονίκη, σε ένα χώρο που βρίσκεται κυριολεκτικά πάνω στη θάλασσα, συναντά κάποιος το Ciel Bar Restaurant. Ένας All Day χώρος, μοντέρνας αισθητικής, ο οποίος, εδώ και 20 χρόνια, αποτελεί ένα από τα πιο γνωστά και όμορφα σημεία για διασκέδαση στη Θεσσαλονίκη.
Παλαιότερα λειτουργούσε υπό άλλη ονομασία, ενώ από τον Σεπτέμβριο του 2017 άνοιξε και λειτουργεί με επιτυχία ως Ciel Bar. Το μαγαζί είναι χωρισμένο στα δύο: αριστερά βρίκεται ένα μεγάλο και άνετο όμορφο σαλόνι όπου από το πρωί σερβίρει καφέ και brunch, ενώ όσο προχωράει η μέρα και βραδιάζει, το μεγάλο bar που δεσπόζει στο κέντρο ετοιμάζει cocktails και ποτά.
Δεξιά, βρίσκεται το εστιατόριο, ένα στενόμακρος χώρος με λιγοστά τραπέζια ο οποίος χωρίζεται με τζαμαρία από το υπόλοιπο μαγαζί. Εδώ μπορεί κάποιος να δειπνήσει ήσυχα, χωρίς την φασαρία από τους υπόλοιπους θαμώνες του bar.

Ο χώρος είναι ένα όμορφο μοντέρνο σαλόνι με έμφαση στο ξύλο, ενώ οι βελούδινες πολυθρόνες και τα χαλιά προσδίδουν σπιτική οικειότητα και ζεστασιά. Ασύγκριτο πλεονέκτημα του μαγαζιού αποτελεί ο εξωτερικός χώρος, ο οποίος ξεκινά την λειτουργία του την άνοιξη και χαρίζει απλόχερα αμεσότητα με την θάλασσα, ενώ το βράδυ θαρρείς και αιωρείται πάνω της.
Ακόμα όμως και το χειμώνα, ο πελάτης έχει θέα τη θάλασσα, από την μία τον Λευκό Πύργο και από την άλλη το Μέγαρο Μουσικής και την υπόλοιπη Θεσσαλονίκη, καθώς όλο το μαγαζί περικλείεται από τζαμαρίες.
Ο λόγος της επίσκεψής μου δεν ήταν άλλος από το εστιατόριο και το φαγητό που προσφέρει. Από εδώ, στην εκκίνηση του Ciel Bar Restaurant πέρασε ο κορυφαίος Έκτορας Μποτρίνι για 2 χρόνια – έως το 2019 – χωρίς να καταφέρει να πείσει το κοινό της Θεσσαλονίκης. Για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα, το εστιατόριο παρέμεινε χωρίς ηγεσία και σαφή γαστρονομική στόχευση, ως ένας χώρος που απλά συμπλήρωνε το σύνολο του μαγαζιού με κάποια κουβέρ.

Τα τελευταία 2,5 χρόνια το τιμόνι του εστιατορίου έχει αναλάβει ο chef Ζαχαρίας Κοπρίδης, ο οποίος μαγειρεύει εκεί το χειμώνα, έχοντας αναλάβει την αναδιάρθρωση του μενού και της κουζίνας, ενώ τα καλοκαίρια έχει την υψηλή εποπτεία, καθώς είναι ο executive chef του Miraggio Thermal Spa στη Χαλκιδική.
Τον Ζαχαρία Κοπρίδη τον γνώρισα εντελώς τυχαία και με καλέσει να δοκιμάσω τα πιάτα που κάνει αθόρυβα τα τελευταία χρόνια. Ομολογώ πως στην αρχή είχα αρκετούς ενδοιασμούς, κυρίως λόγω της κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει το εστιατόριο μια κι έμοιαζε αφημένο στην τύχη του.
Μετά όμως από ένα γεύμα που παρέθεσε σε δημοσιογράφους στο οποίο και παρευρέθηκα, έσπευσα να αναθεωρήσω, καθώς διαπίστωσα πως ο Ζαχαρίας Κοπρίδης είναι ένας ήρεμος και μεθοδικός chef ο οποίος μπορεί να μην είναι επώνυμος και να μην εκθέτει τον εαυτό του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά προτιμάει να μιλάει με την δουλειά και τα πιάτα του.

Μιλώντας για την δουλειά του, βασίζεται σε δύο πυλώνες: στην σωστή τεχνική και στις νόστιμες παρασκευές που δημιουργεί, προσπαθώντας να εισάγει ενίοτε μια μικρή παράλλαγη στα πιάτα που φτιάχνει. Το μενού είναι βασισμένο στην ελληνική κουζίνα, σερβίροντας πιάτα που θυμίζουν οικογενειακά τραπέζια, σε μια χαλαρή και προσεγμένη comfort παρουσίαση.
Φυσικά, υπάρχουν κάποιες επιρροές από τη διεθνή κουζίνα, οι οποίες είναι απαραίτητες λόγω και της αθρόας προσέλευσης τουριστών. Έτσι, το μενού περιλαμβάνει αρχικά τρεις σαλάτες στις οποίες ξεχωρίζει η χωριάτικη με κουλούρι Θεσσαλονίκης, επτά ορεκτικά από τα οποία ξεχωρίζει το ταρτάρ μόσχου με κρέμα πάπρικας και τριμμένο βολάκι Άνδρου, τα τραγανά ρολά με γέμιση μπουγιουρντί και σάλτσα ντομάτας ή το arancini με μοσχαράκι κοκκινιστό, καπνιστό Μετσόβου και μαγειρεμένο πελτέ ντομάτας.

Έπειτα στα κυρίως ξεχωρίζει το μοσχαράκι με μελιτζάνα σε υφές, γλυκό σκόρδο και σάλτσα ντομάτας σε ένα πιάτο που θέλει να ξυπνήσει μνήμες ιμάμ ή το αρνάκι με χυλοπιτάκι που βράζει στον ζωμό του, μαζί με μανιτάρια και φέτα. Τέλος, στα ζυμαρικά, δεσπόζει η γαριδομακαρονάδα με ντομάτα και το χειροποίητο νιόκι με μοσχαρίσια ουρά, πουρέ μελιτζάνας και αφρό από κατσικίσιο γιαούρτι με μοσχοκάρυδο.
Στην τελευταία επίσκεψή μου, απόλαυσα ένα νόστιμο και έντονο καρπάτσιο τσιπούρας με μαρινάδα από ψητά ντοματίνια και κάπαρη και ένα πολύ καλοφτιαγμένο ταρτάρ μόσχου το οποίο έδεσε ωραία με την κρέμα πάπρικας, καθώς το βολάκι Άνδρου έδωσε ωραία δροσιά στο πιάτο.

Ωραία και τα τραγανά ρολά με μια πεντανόστιμη και έντονη γέμιση από μπουγιουρντί ελαφρώς πικάντικη, το οποίο πραγματικά θύμισε αυθεντικό μπουγιουρντί και σε αυτό συνίσταται και η επιτυχία του. Αν είχα μόνο ένα αρνητικό να προσάψω, θα ήταν τα ρολά που ήταν ελαφρώς σκληρότερα από ό,τι θα ήθελα, χωρίς αυτό να αλλοιώνει την γεύση του πιάτου. Πολύ νόστιμο και το νιόκι με μοσχαρίσια ουρά και μάγουλα, με πουρέ μελιτζάνας, το οποίο δροσίστηκε ωραία από μια καλοφτιαγμένη και αρωματική σάλτσα από γιαούρτι με μοσχοκάρυδο.
Ίσως, το καλύτερο πιάτο που δοκίμασα ήταν ένα άψογα ψημένο φιλέτο τσιπούρας ζουμερό και με τραγανή πέτσα, το οποίο συνοδεύτηκε από βραστά χόρτα με μύδια και την σάλτσα τους, μαζί με μια καλοδεμένη και νόστιμη στάκα. Τέλος, το μπουτάκι από αρνάκι με χυλοπιτάκι και μανιτάρια παρόλο τον έντονα γήινο χαρακτήρα του, ήταν επίσης νόστιμο, τρυφερό και καλομαγειρεμένο.

Συμπερασματικά, το Ciel Bar Restaurant μπορεί να αποτελεί στις μέρες μας μια καλή επιλογή για ποτό και βραδινή έξοδο, μπορώ να πω όμως με σιγουριά, πως όποιος επιλέξει να γευματίσει, σίγουρα δεν θα φύγει παραπονεμένος.
Ο chef Ζαχαρίας Κοπρίδης έχει βαλθεί να νοικοκυρέψει και να δώσει νέα πνοή στο εστιατόριο, η ελληνική πρόταση του οποίου μπορεί μεν να είναι αταίριαστη με τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα του Ciel, αλλά από την άλλη είναι έξυπνη και απόλυτα κατανοητή, καθώς έχει στόχο να προσελκύσει το κοινό της Θεσσαλονίκης.
Όποιος το επιλέξει, σίγουρα θα γευτεί νόστιμα πιάτα και δύσκολα θα φύγει δυσαρεστημένος.

