Ιστορία, ατμόσφαιρα και τίμιες γεύσεις συνθέτουν έναν από τους πιο σταθερούς all day προορισμούς στον Πειραιά
Ο Πειραιάς είναι μια περιοχή που δεν χαίρει της «τυπικά αθηναϊκής» γαστρονομικής κουλτούρας. Λόγω του εμπορικού λιμανιού, διαθέτει μια πιο λαϊκή και θαλασσινή κουζίνα, που κυριαρχεί σε πολλά σημεία γεύσης και συνδέεται άμεσα με την εργατική τάξη. Για αυτό και ο επισκέπτης θα συναντήσει πολλές ταβέρνες και ουζερί.
Η περιοχή γύρω από το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά και μέχρι το Πασαλιμάνι προσπαθεί εδώ και χρόνια να αναβαθμιστεί γαστρονομικά. Το Belle Amie πρωτοπόρησε με την έναρξη λειτουργίας του το 2013, φέρνοντας μια κοσμοπολίτικη αύρα στην περιοχή.

Το νεοκλασικό στο οποίο στεγάζεται έχει μεγάλη ιστορία, για πολλούς γνωστή, καθώς μέρος του ισογείου φιλοξενούσε το περίφημο «ουζερί του Μπελαμή», για το οποίο τραγουδούσε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Το ουζερί άρχισε να λειτουργεί στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ενώ στο ίδιο κτίριο στεγαζόταν και το ξενοδοχείο «Κρήτη».
Σήμερα, το Belle Amie εξακολουθεί να διατηρεί τη ρετρό αισθητική του: οι αυλές του θυμίζουν καλοκαιρινές αυλές από ελληνική ταινία του ’60, ενώ το εσωτερικό του είναι ακόμη πιο εντυπωσιακό, παραπέμποντας σε κάποιο βερολινέζικο bar ή bistrot του μεσοπολέμου.

Αν και το έχουμε επισκεφτεί για το brunch του, ήρθε η ώρα να δειπνήσουμε και να δοκιμάσουμε τα πιάτα του Χρήστου Κολιαγιάννη, που κινούνται στον άξονα της ελληνικής παραδοσιακής κουζίνας. Το Belle Amie στέκεται επάξια ως ένας από τους καλύτερους all day χώρους γεύσης στον Πειραιά, και το σημαντικότερο είναι πως οι προτάσεις του είναι τίμιες, τόσο ποιοτικά όσο και οικονομικά.
Οι επιχειρηματίες, γνωρίζοντας τη δυναμική της εμπειρίας που προσφέρουν αλλά και χωρίς να αγνοούν την οικονομική πραγματικότητα, τις εργασιακές συνθήκες και τις καταναλωτικές απαιτήσεις της περιοχής, προσπαθούν διαρκώς να ισορροπήσουν: να προσφέρουν απόλαυση και διασκέδαση χωρίς να «ματώσουν» ούτε οι ίδιοι ούτε η ομάδα τους, διατηρώντας παράλληλα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του μαγαζιού.
Έτσι, το μενού του Belle Amie, με άξονα τη φιλοσοφία «value for money», χαρακτηρίζεται από κλασικές ελληνικές συνταγές, εμπλουτισμένες με πρώτες ύλες που εξυπηρετούν την ανάγκη του σεφ για δημιουργική εκτέλεση. Υπάρχουν πολλοί μεζέδες για παρέες, αλλά και πιάτα για μερακλήδες, ενώ πολλά από αυτά απευθύνονται σε κοινό που θέλει να γευματίσει οικογενειακά χωρίς να «αδειάσουν» οι τσέπες του.

Είναι σημαντικό ότι το Belle Amie είναι προσβάσιμο σε όλους: από νεανικές παρέες για brunch ή μεζέδες, μέχρι μοναχικούς θαμώνες για τσίπουρο, αλλά και οικογένειες που αναζητούν μια τίμια εμπειρία σε budget ταβέρνας, χωρίς να φύγουν απογοητευμένοι.
Δοκιμάσαμε διάφορα πιάτα και ξεχωρίσαμε τα παστουρμαδοπιτάκια του σεφ, καθώς και το τηγανητό κουνουπίδι με σάλτσα romesco, αμύγδαλο και μαϊντανό. Καθώς συνηθίζω να επιλέγω πιάτα με χαρακτήρα, εντυπωσιάστηκα ιδιαίτερα από αυτά τα δύο ορεκτικά: από τη μία, ένα άκρως παραδοσιακό ελληνικό πιάτο με ρίζες στη μικρασιατική παράδοση, που ενισχύει τη γαστρονομική ταυτότητα της περιοχής και από την άλλη, ένα πιάτο με άρωμα Καταλονίας λόγω της σάλτσας του.
Και τα δύο, ωστόσο, ταιριάζουν απόλυτα σε ένα σημείο γεύσης στον Πειραιά, το ένα λόγω ιστορικότητας και το άλλο λόγω της λαϊκής του καταγωγής, καθώς η σάλτσα romesco χρησιμοποιούνταν από τους ψαράδες της Καταλονίας για να δώσει ένταση σε απλά πιάτα λαχανικών και ψαριών.

Διαβάζοντας το μενού, διακρίνω επίσης τους διάσημους τυρολουκουμάδες που δεν έχουν λείψει ποτέ, αλλά και επιλογές για όσους αναζητούν θαλασσινές γεύσεις.
Επιλέξαμε να κινηθούμε σε πιάτα με κρέας και συνεχίσαμε με τα μπιφτεκάκια πρόβατου σε σπετσοφάι με κρέμα γραβιέρας. Ένα πιάτο rustic, με τα μπιφτεκάκια ζουμερά και medium ψημένα, το σπετσοφάι να λειτουργεί ως γευστικό «αντίβαρο» προσφέροντας γλυκύτητα και φρεσκάδα, και την κρέμα γραβιέρας βελούδινη, με τόση λιπαρότητα όση χρειάζεται για να μαλακώσει την ένταση του κρέατος. Αν και χειμερινό πιάτο, παραμένει απολαυστικό και τρώγεται ευχάριστα όσο τα βράδια είναι ακόμη δροσερά, παραπέμποντας σε μια σύγχρονη εκδοχή ταβέρνας.
Το μοσχαρίσιο συκώτι tagliata, με κρεμμύδι, λεμόνι και φιστίκι, αν και γευστικά πολύ καλό και σωστά ψημένο, ήρθε δυστυχώς κρύο. Λόγω του τρόπου κοπής, μιας και είναι tagliata, είναι εύκολο να φτάσει στο τραπέζι σε λάθος θερμοκρασία και απαιτεί μεγαλύτερη προσοχή σε σχέση με άλλα πιάτα.

Όλα τα επιδόρπια στο Belle Amie σερβίρονται με παγωτό, πιθανότατα για να ικανοποιήσουν και τους μικρούς θαμώνες. Είναι πληθωρικά, παιχνιδιάρικα και εντυπωσιακά σε εμφάνιση, ιδανικά για μοίρασμα. Δοκιμάσαμε το σπασμένο mille feuille με κρέμα pâtisserie και θα προτιμούσαμε να μην περιείχε παγωτό, καθώς τα φύλλα και η κρέμα επαρκούσαν για έναν απαιτητικό sweet tooth. Το παγωτό, αντιθέτως, υποβάθμιζε τον χαρακτήρα του πιάτου και φαινόταν περιττό. Παρ’ όλα αυτά, γνωρίζοντας ότι τα best sellers δύσκολα αλλάζουν, είμαι σίγουρη πως το πιάτο έχει περιθώρια βελτίωσης.
Το Belle Amie αποτελεί μια τίμια και αξιόλογη επιλογή για γευστική απόδραση στον Πειραιά καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας. Είναι αξιοπρεπές ως προς τα πιάτα του, μοναδικό σε μουσική και αισθητική, αλλά έχει και κάτι ακόμη που δεν συναντάς εύκολα: τον Ντίνο, έναν εξαιρετικό σερβιτόρο που με το χαμόγελο, τις γνώσεις του για τα πιάτα, την ευφράδεια λόγου και το φινετσάτο χιούμορ του σε εξυπηρετεί σαν να είσαι προσωπικός του καλεσμένος.

Και μιας και αναφερόμαστε στο άψογο σέρβις, οι χαρούμενοι σερβιτόροι του Belle Amie ας αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση, γιατί αυτό δεν χτίζεται από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά απαιτεί χρόνο και αξίες.
Η ηγετική ομάδα του Belle Amie κάτι κάνει σωστά εδώ και δεκατρία χρόνια, και το μαγαζί παραμένει αγαπητό τόσο στους ντόπιους όσο και στους νέους επισκέπτες. Τώρα πια που το Δημοτικό Θέατρο είναι πιο κοντά μας από ποτέ, λόγω του μετρό, μια επίσκεψη στο Belle Amie θα σας πείσει.
Ίσως, όπως κι εγώ, να αναζητήσετε κι εσείς τη Ρένα Βλαχοπούλου ή τον Ντίνο Ηλιόπουλο σε κάποιο από τα τραπέζια του…

