Στο Ekies All Senses Resort, το Treehouse του Δημήτρη Παμπόρη συνδυάζει υψηλή γαστρονομία, ελληνικές πρώτες ύλες και μια εμπειρία που ξεκινά με το ηλιοβασίλεμα
Φανταστείτε, να σας έλεγε κάποιος πως θα δειπνήσετε το βράδυ σε ένα δεντρόσπιτο, θα σκαρφαλώσετε σε ένα παμπάλαιο πεύκο για να καθίσετε σε τραπέζια με δαντελένια τραπεζομάντιλα, κάτω από τη φυλλωσιά του, ατενίζοντας τη θάλασσα και τα αμέτρητα αστέρια.
Θα θεωρούσατε πως σας κοροϊδεύει, καθώς ό,τι περιγράφω παραπάνω, ακούγεται ως ουτοπικό. Κι όμως, είναι αληθινό!

Την άνοιξη του 2016, ο Executive Chef Δημήτρης Παμπόρης, περπατώντας με την Αλεξάνδρα Ευσταθιάδου, την ιδιοκτήτρια του Ekies All Senses Resort κάτω από τα πεύκα του lounge χώρου του ξενοδοχείου, είδε το δεντρόσπιτο που είχε φτιάξει εκείνη ως ανάμνηση των παιδικών της χρόνων και αποτελούσε επίσης και δικό του αγαπημένο παιχνίδι όταν ήταν παιδί.
Αμέσως συνέλαβε την πρωτότυπη – ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα – ιδέα του να δημιουργήσει ένα fine dining εστιατόριο για λίγους επισκέπτες. Έτσι γεννήθηκε το Treehouse restaurant, ένα ξύλινο ντεκ, το οποίο βρίσκεται στο παραθαλάσσιο χώρο του Ekies All Senses Resort, πάνω από την παραλία και στην κορυφή ενός μεγάλου πεύκου.

Αποτελεί ένα high end, fine dining εστιατόριο με σαφέστατη ροπή προς τη διεθνή κουζίνα, η οποία όμως ενσωματώνει άριστα γηγενείς εξαιρετικές πρώτες ύλες αλλά και ελληνικές συνταγές.
Η μοναδικότητα της αρχιτεκτονικής του Treehouse, το καθιστά από μόνης της μια αξέχαστη εμπειρία, η οποία ολοκληρώνεται από τα υπόλοιπα επιμέρους στοιχεία: τα τραπέζια είναι στρωμένα με βελούδινα τραπεζομάντηλα και κεντητά υφάσματα ενώ το σκηνικό συμπληρώνει ένας vintage τύπου ξύλινος μπουφές.

Το ντεκ αντικρίζει τη θάλασσα και το υπέροχο ηλιοβασίλεμα. Όσο βραδιάζει, ο επισκέπτης νιώθει πως αιωρείται, καθώς η οροφή του εστιατορίου είναι τα κλαδιά των πεύκων και ο ουρανός. Μπορεί να φιλοξενήσει μέχρι 10-12 άτομα ταυτόχρονα και η λειτουργία του ξεκινά με τη δύση του ήλιου (κάπου στις εννιά το βράδυ).
Το μενού είναι τύπου degustation και δίνει 2 επιλογές: ένα των δέκα σταδίων στο κόστος των 120€ και ένα των δεκατεσσάρων σταδίων στα 160€, στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα amuse – bouches, δηλαδή τα καλωσορίσματα του chef, τα κυρίως, τα επιδόρπια και τα mignardises ή αλλιώς τα κεράσματα του chef.

Δοκίμασα το μενού των δεκατεσσάρων σταδίων, το οποίο περιείχε πέντε διαφορετικά amuse – bouches στα οποία ξεχωρίζουν το petit – beurre με foie gras και blueberry και το ταρτάκι με τυρί comte, παντζάρι σε διάφορες μορφές και pecan.
Στα κυρίως πιάτα ο Δημήτρης Παμπόρης έχει κρατήσει περσινά εμβληματικά πιάτα στα οποία έχει κάνει αλλαγές τελειοποιώντας τα, όπως τις γαρίδες Κοιλάδος με φλάν αχινού και σαγκουίνι, στα οποία προσθέτει κρέμα από λευκό σπαράγγι, το απίθανο περιστέρι στα κάρβουνα σε τρεις διαφορετικές μορφές με κεράσι και παντζάρι και το μοσχάρι Kobe με τις διαφορετικές υφές γογγυλιού.

Έχει προσθέσει νέα, εξαιρετικά πιάτα στο μενού, μέσα στα οποία υπάρχει και μια ελληνική συνταγή, “πειραγμένη”. Ένα εξαιρετικά φινετσάτο φιλέτο από Hamachi (ιαπωνικό μαγιάτικο) με συνοδεία αρτύματος από mango, εσπεριδοειδή και χαμομήλι και μια ταρταλέτα με αγγούρι και φίνο ταρτάρ από την κοιλιά του Hamachi.
Ένα φιλέτο αστακού με ταπιόκα μέσα σε μια μεγαλειώδη σαμπαγιόν από καπνιστό χέλι και bisque αστακού, και τέλος, ένα φιλέτο μπακαλιάρου μέσα σε μια εξαιρετική βελουτέ σούπα με καραμελωμένα κρεμμύδια και μανιτάρια με την συνοδεία ενός υπέροχου brioche.

Θα μπορούσα να αφήσω τον εαυτό μου να περιγράφει τα πιάτα για πολλή ώρα, όπως: την τέλεια μαριναρισμένη γαρίδα με την φλαν από αχινούς που έβγαζε στη γεύση όλο το ιώδιο της θάλασσας, ντυμένη με ένα γλυκό μανδύα.
Την, εξίσου, πληθωρική και βαθιά νόστιμη σαμπαγιόν από καπνιστό χέλι μαζί με το τέλεια ψημένο κομμάτι αστακού σε ένα ζυγισμένο και πολύ ισορροπημένο πιάτο ή την επίσης, βαθιά νόστιμη βελουτέ σούπα μανιταριών με το φιλέτο ψαριού, τα αρώματα από τα καραμελωμένα κρεμμύδια και το αψεγάδιαστο brioche.

Σχετικά με το περιστέρι στα κάρβουνα που αν και είχα επισημάνει πέρυσι πως δεν θα μπορούσε να γίνει καλύτερο, φέτος, ο executive chef Δημήτρης Παμπόρης ανέβασε τις μορφές του σε άλλο επίπεδο με ένα εξαιρετικό και φίνο εκλεράκι με παντζάρι και πατέ από τα εντόσθια του και μια ξεμυαλιστική αρωματική σάλτσα au jus.
Δεν θα είχε νόημα όμως να αναλωθώ σε κάτι τέτοιο, καθώς το μενού και τα επιμέρους υλικά, απλά συμβάλλουν να δημιουργηθεί μια εμπειρία που πρέπει κάποιος να ζήσει.

Η εμπειρία αυτή, θέλει το φαγητό στο Treehouse να λειτουργεί πρώτον, ως έργο τέχνης, καθώς η παρουσίαση και εμφάνιση των πιάτων παράγουν το ιδανικό αποτέλεσμα που μαγνητίζει τον επισκέπτη.
Δεύτερον, ο executive chef Δημήτρης Παμπόρης καταφέρνει κάτι δύσκολο: μπλέκει αρκετά υλικά ξενόφερτα και ντόπια, χρησιμοποιεί πολλές διαφορετικές τεχνικές σε κάθε πιάτο αλλά, στο τέλος, το τέλεια μαγειρεμένο κρέας ή ψάρι που χρησιμοποιεί, αναδεικνύεται και επικρατεί ενώ τα υπόλοιπα υλικά “χορεύουν” σε ένα εντυπωσιακό βαλς, προσθέτοντας αρώματα, γεύσεις και ισορροπία.

Μπορεί τα πιάτα να μην είναι κάποιες φορές οικεία προς τον επισκέπτη που δεν έχει εμπειρία από τέτοια εστιατόρια και δεν γνωρίζει κάποια υλικά, ωστόσο σε αυτή τη περίπτωση το μενού λειτουργεί και εκπαιδευτικά, καθώς στο τέλος του κάθε σταδίου – πιάτου, τα υλικά που αναγράφονται είναι ευδιάκριτα στη γεύση, με το κρέας ή το ψάρι να αναδεικνύονται και να μην καλύπτονται από αυτά.
Τρίτον, η αλληλουχία των πιάτων είναι ένα κρεσέντο έντασης και αρωμάτων, καθώς κάθε πιάτο είναι πιο έντονο σε γεύση από το προηγούμενο.

Τελειώνοντας το αλησμόνητο εκείνο δείπνο μου, τα φώτα στο Ekies All Senses Resort και στον κόλπο της Βουρβουρούς άρχισαν να λιγοστεύουν, με τον ουρανό να έχει νυχτώσει για τα καλά.
Γύρισα το βλέμμα μου στα αμέτρητα και πολύτιμα αστέρια που φώτιζαν τη βραδιά. Σε ένα παράλληλο σύμπαν, όχι και τόσο μακρινό, τουλάχιστον ένα από αυτά αξίζει στο Treehouse restaurant.

