Ο χώρος της γεύσης, και της εστίασης ειδικότερα, εδώ και αρκετά χρόνια εκπέμπει σήμα κινδύνου, κάθε χρόνο και πιο ηχηρό. Αυτό σίγουρα οφείλεται, σε έναν βαθμό, στην έλλειψη γνώσεων του καταναλωτή και στην οικονομική δυσπραγία. Όχι όμως μόνο σε αυτούς…
Η ελληνική εστιατορική σκηνή του σήμερα (2026), συγκρινόμενη με εκείνη της τελευταίας δεκαετίας του 20ού αιώνα και, ενδεχομένως, της πρώτης δεκαετίας του 21ου, δείχνει αρκετά διαφορετική. Ακόμη χειρότερα, φαίνεται να απομακρύνεται από την πρώτη με διαρκώς αυξανόμενη ταχύτητα.

Το ποιοτικό φαγητό, του οποίου βασικά χαρακτηριστικά είναι η νοστιμιά και η χρήση ποιοτικών υλικών (χωρίς υπερβολές και εξωτισμούς), χάνει συνεχώς έδαφος. Αντικαθίσταται από εξεζητημένες μαγειρικές συνθέσεις, από υλικά που συχνά είναι άγνωστα στη συντριπτική πλειοψηφία των πελατών, και από αφορισμούς («από το χωράφι στο τραπέζι», «βιωσιμότητα» κλπ.) που ακούγονται ωραία και έχουν βάση, αλλά παράλληλα έχουν και μηδενική εφαρμοσιμότητα.
Χωρίς να υπάρχει κάποια επίσημη μέτρηση, παρά μόνο η εμπειρία μιας μικρής ομάδας ανθρώπων με κοσμοπολίτικο γευστικό παρελθόν, καλή γνώση των ελλαδικών χώρων εστίασης και, λιγότερες ή περισσότερες ανάλογα με την περίπτωση, μαγειρικές γνώσεις, το συμπέρασμα που προκύπτει για τη σημερινή πραγματικότητα και τα αίτια της έχει ως εξής:
Το μοναδικό «σχολείο» για την εκμάθηση και την εξοικείωση με τη γευστική ποιότητα, η σπιτική μαγειρική, έχει εκλείψει.

Το σπιτικό φαγητό, βασικό στοιχείο μάθησης και γνώσης για τη νέα γενιά, έχει αντικατασταθεί από street food ανεπαρκούς και συχνά κακής ποιότητας. Το εστιατόριο, βασικός χώρος μαθητείας και εξοικείωσης με την ποιότητα για τη νέα γενιά, είναι – στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων – οικονομικά απρόσιτο.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (σύνηθες μέσο ενημέρωσης για τη νέα γενιά) προβάλλουν χώρους φαγητού χαμηλού ή αδιάφορου ποιοτικού επιπέδου, που κάθε άλλο παρά συμβάλλουν στη γευστική παιδεία. Τα δημοσιογραφικά μέσα που ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με τη γεύση φωτίζουν τα «μεγάλα ονόματα», τα καλώς ή κακώς βραβευμένα και τα talk of the town. Τα κείμενα που αφιερώνουν σε εστιατόρια εκτός αυτών των κατηγοριών είναι ελάχιστα και χωρίς σαφή τοποθέτηση, χωρίς το υπονοούμενο «πρέπει να πας».
Με βάση στοιχεία που προέρχονται από το πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης, προκύπτει ότι τα 25 εστιατόρια της χώρας μας που απασχολούν κατά κύριο λόγο τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τους σχετικούς δημοσιογράφους, στη συντριπτική τους πλειοψηφία (22), έχουν απαγορευτικό κόστος, και όχι μόνο για τους νέους.

Επιπλέον, προτείνουν πιάτα, συχνά στη βάση set menu, δυσνόητα για μη εκπαιδευμένους ουρανίσκους. Παράλληλα, οι περιγραφές των πιάτων ενίοτε περιέχουν, για τους πολλούς, περισσότερες άγνωστες παρά γνωστές λέξεις.
Πού οδηγεί όμως αυτή η πραγματικότητα; Η απάντηση είναι μάλλον πικρή, τόσο για την ευζωία μας όσο και για τον πολιτισμό μας.
Παρά τους πολλούς που χρησιμοποιούν λέξεις όπως «παράδοση», «πολιτισμός», «γευστικό περιεχόμενο» για την ελληνική κουζίνα, ελάχιστοι είναι εκείνοι που γνωρίζουν πραγματικά για ποιο πράγμα μιλούν. Και ακόμη λιγότεροι κάνουν κάτι γι’ αυτό.
Για όσους γνωρίζουν τι σημαίνει αυτό, ίσως «το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον».

