Πάνε κοντά δύο με τρία χρόνια. Καθισμένοι ένα απογευματάκι στο Tops, στην πλατεία Κολωνακίου, πίναμε καφέ και κουβεντιάζαμε. Ξαφνικά, ένας φίλος πετάει την ιδέα: «Ξέρω ένα κουτούκι στον Πειραιά, δεν είναι πάνω στην ακτή Θεμιστοκλέους και βλέπει θάλασσα μόνο από μακριά. Ό,τι κάνει είναι τηγάνι και αυτά που τηγανίζει είναι μικρόψαρα. Ή μάλλον ήταν. Τώρα είναι καραβίδα, μπαρμπούνι, γαρίδα, ντοματοσαλάτα και τέλος. Απλά πράγματα. Τι λέτε; Αντί να χαζολογάμε εδώ, πάμε για κανένα ψαράκι και λίγο κρασί. Δεν έχει πολυτέλειες, αλλά το μαγαζί είναι cult».
Αυτά τα λίγα λόγια ήταν αρκετά για να με οδηγήσουν να γνωρίσω τη Μαργαρώ.

Η Μαργαρώ είναι ένα δείγμα λαϊκού γαστρονομικού πολιτισμού. Είναι από εκείνα τα μέρη που πας και λες πως θα έπρεπε να χαρακτηριστεί μνημείο της γευστικής μας παράδοσης και να κηρυχθεί διατηρητέο.
Η ιστορία της ξεκινά από την Άνω Μερά της Μυκόνου, περνά από τη Σύρο και καταλήγει στον Πειραιά, μαζί με τον άντρα της, σε αναζήτηση καλύτερης τύχης. Εκεί ξεκινά και η μαγειρική της διαδρομή, σε ένα ημιυπόγειο μαγειρείο, η οποία συνεχίζεται από το 1944 και μετά, σε ένα μικρό μαγαζί που αγόρασε από έναν γνωστό της Σαντορινιό. Το πήρε για ένα τίποτα, επειδή εκείνος φοβήθηκε τους βομβαρδισμούς της πόλης κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Ο χώρος, δίπλα στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, είναι λιτός, κλασικής ταβέρνας, με μερικά κάδρα στους τοίχους και λίγα τραπεζάκια έξω που συμπληρώνουν την εικόνα. Η πελατεία, που στο ξεκίνημα ήταν εργατικός κόσμος και άνθρωποι της γειτονιάς, έχει αλλάξει. Σήμερα στη Μαργαρώ συχνάζουν εφοπλιστές, καπεταναίοι και προσωπικό από τις πολλές ναυτιλιακές εταιρείες που έχουν τα γραφεία τους στην περιοχή.

Η ταβέρνα έχει πάψει από το 1979 να λειτουργεί ως μαγειρείο. Έκτοτε, το μενού περιλαμβάνει μόνο όσα προαναφέραμε και, αν το φέρει η τύχη, ίσως και μια μικρή έκπληξη κάποιες φορές. Όλα, εκτός από τις γαρίδες, είναι φρέσκα και περνούν μόνο από το τηγάνι. Στη Μαργαρώ, η κατσαρόλα δεν έχει θέση. Αντίθετα, η νοστιμιά και η απλότητα είναι τα δύο βασικά στοιχεία που τη χαρακτηρίζουν.
Για όσους δεν έχουν καθίσει σε ένα από τα τραπέζια της για να δοκιμάσουν τα τηγανητά ψαράκια της, το μόνο που μπορώ να προσθέσω είναι ότι πρόκειται για ένα είδος ταβέρνας που σιγά σιγά χάνεται, παραχωρώντας τη θέση του στη μοντερνιά, με ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει. Αξίζει την επίσκεψη και με το παραπάνω.
