Μεζέδες, ξυλόφουρνος, τσίπουρα και ελληνική κουζίνα σε ένα καφενείο που χωρά γεύσεις και σηκώνει συζητήσεις
Εδώ και αρκετό καιρό διαβάζω διάφορες κριτικές για ένα καφενείο στη Γούβα που έχει προκαλέσει έντονες διαφωνίες μεταξύ των επισκεπτών, τόσο για τα πιάτα του όσο και για την εμπειρία φιλοξενίας συνολικά.
Αν και η εισαγωγή ίσως σε κάνει να υποψιάζεσαι για ποιο μαγαζί μιλάω, δεν θα σε κρατήσω σε αγωνία: αναφέρομαι στο νέο εγχείρημα τεσσάρων επώνυμων σεφ, δύο από το εστιατόριο Cookoovaya και δύο από το Akra, που ονομάζεται Πλυτά. Οι τέσσερις σεφ και ιδιοκτήτες ήθελαν να δημιουργήσουν ένα χώρο με ελληνική κουζίνα και καθημερινά πιάτα, φέρνοντας παράλληλα τη Γούβα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του νεανικού – και όχι μόνο – κοινού της πόλης.

Η περιοχή δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο ούτε είναι ελκυστική ως προς το parking, αλλά διαθέτει ένα ενδιαφέρον παρκάκι και την πλατεία Πλυτά, από την οποία πήρε και το όνομά του το καφενείο. Στους επόμενους μήνες, με τα ανθισμένα δέντρα και τα απλωμένα τραπεζοκαθίσματα του Πλυτά, η περιοχή θα αποκτήσει σίγουρα μεγαλύτερη αίγλη.
Το βράδυ της επίσκεψής μας αναρωτηθήκαμε τι μπορεί να έχει πάει στραβά για όσους έχουν αφήσει αρνητικά σχόλια για το φαγητό. Η γευστική πρόταση εκείνη την ημέρα ήταν κυρίως πιάτα κρέατος, αλλά υπήρχαν και αρκετές επιλογές για χορτοφάγους. Ίσως να αδικώ το Πλυτά όταν το χαρακτηρίζω «καφενείο». Από την άλλη, δεν είναι γαστροταβέρνα.
Περισσότερο θυμίζει καθημερινό μεζεδοπωλείο, κάτι που φαίνεται και στις τιμές των πιάτων. Κάποιοι το περιγράφουν ως ένα γαστρονομικό πείραμα. Ίσως ακόμη να μην έχει βρει πλήρως την ταυτότητά του, αλλά σίγουρα δεν είναι τόσο αόριστο.

Τα μεταλλικά τραπεζοκαθίσματα του εξωτερικού χώρου παραπέμπουν σε μια άνεση διαρκείας, που επιβεβαιώνεται όσο περνά η ώρα. Αντιπαραβάλλονται με τις μεγάλες τζαμαρίες και εναρμονίζονται με τις ξύλινες καρέκλες, τα τραπέζια από μάρμαρο και ξύλο και τους λιτούς τοίχους.
Καθώς περνάς την πόρτα του Πλυτά, νιώθεις σαν να εισέρχεσαι σε προθάλαμο μιας ανοιχτής κουζίνας: πολλά κρύα πιάτα και επιδόρπια προετοιμάζονται στη μεγάλη inox επιφάνεια πάνω από επαγγελματικά ψυγεία στα αριστερά σου. Στο βάθος, πέρα από τα τραπεζάκια, βρίσκονται ο ξυλόφουρνος, η ψησταριά και η ανοιχτή κουζίνα.
Το φως είναι χαμηλό, η μουσική από μια Spotify playlist σε ταξιδεύει νοσταλγικά σε ελληνικές ταινίες εποχής και στις εποχές όπου το λαϊκό και το ρεμπέτικο κυριαρχούσαν στα καφενεία. Γύρω μας, οι παρέες γεμίζουν το χώρο, το κοινό είναι νεανικό και οι διεθνείς επισκέπτες ελάχιστοι.

Αφεθήκαμε στους ρυθμούς του Πλυτά, και ο Μάριος Κοροβέσης μας υποδέχθηκε εγκάρδια, με ανάλαφρη φιλικότητα, όπως μπορεί να σε υποδεχτεί ένας ιδιοκτήτης καφενείου στο χωριό. Μου αρέσει αυτό το vibe, γιατί θυμίζει ότι ακόμα και μέσα στη δουλειά υπάρχουν στιγμές αληθινής απόλαυσης.
Ως προς το φαγητό, δοκιμάσαμε πολλά πιάτα και προτάσεις ημέρας. Όλα ήταν νόστιμα και αντιπροσωπευτικά του χώρου. Από τα πιάτα λαχανικών, ξεχωρίζουν τα παντζάρια σαβόρο, βελούδινα και τραγανά, που παντρεύονται τέλεια με το όξινο dressing, τα αμύγδαλα και τη μαύρη σταφίδα.
Τα καρότα στον ξυλόφουρνο με φρέσκια μυζήθρα και pesto είναι ένα εκλεπτυσμένο αλλά casual πιάτο, όπου η καραμελωμένη επιφάνεια των καρότων και η ζουμερή καρδιά τους συνδυάζονται με το καπνιστό άρωμα και την ένταση του pesto. Ένα πραγματικά μαγκιόρικο πιάτο!

Το πρασόρυζο, αρωματικό και ντελικάτο, θύμιζε κατσαρόλα μαμάς και συνόδεψε άψογα το λεπτοκομμένο, ζουμερό μοσχαρίσιο συκώτι. Τα ταπεινά ρεβύθια στον ξυλόφουρνο ήταν ιδανικός μεζές για τσίπουρο και μαζί με τη γραβιερόπιτα στα κάρβουνα έκλεψαν τις εντυπώσεις.
Το signature dish, η κατσίκα κοκκινιστή με πατάτες τηγανητές, σερβίρεται ξεψαχνισμένη μέσα σε αρωματική κόκκινη σάλτσα από μπαχαρικά και καλύπτει μεγαλοπρεπώς τις κομμένες στο χέρι πατάτες, μια μερίδα που θα μπορούσες να μοιραστείς με άλλους δύο σε ένα Κυριακάτικο τραπέζι όπως παλιά. Όλα αυτά μπορείς να τα συνοδέψεις με ελληνικά κρασιά, μπύρες και αποστάγματα, χωρίς να λείπουν και προτάσεις aperitif για τους πιο «μοντέρνους» πελάτες.

Όσα και να πούμε για τα πιάτα του Πλυτά, που κινούν περιέργεια και κάνουν τα πλήθη να σαστίζουν, οι πρώτες ύλες είναι εξαιρετικές. Ίσως και αυτός να είναι ο λόγος που η ταυτότητα του χώρου κινείται μεταξύ καφενείου και γαστροταβέρνας.
Τα γλυκά του Σπύρου Πεδιαδιτάκη είναι μοναδικά, χορταστικά και φινετσάτα. Αν και όλοι μιλούν για το viral γαλακτομπούρεκο, η σοκολατόπιτα με παγωτό αξίζει επίσης μια δοκιμή.

Φεύγοντας από το Πλυτά, θυμήθηκα τα λόγια του Anthony Bourdain: «Το τέλειο γεύμα συμβαίνει συχνά σε ένα πλαίσιο που δεν έχει πολύ σχέση με το ίδιο το φαγητό».
Αυτό ακριβώς είναι το Πλυτά: μια εμπειρία φιλοξενίας όπου οι σεφ είναι ευγενείς, εξασκούν την τέχνη τους με επαγγελματισμό, το φαγητό είναι νόστιμο (και οικονομικό) και ενδιαφέρονται απλώς να περάσεις καλά. Σίγουρα θα ξαναπάω!

