Στην ήσυχη γειτονιά της Πυλαίας, το μεζεδοπωλείο συνδυάζει ουσιαστικό φαγητό, ξυλόφουρνο με χαρακτήρα και ζεστή φιλοξενία, δημιουργώντας μια εμπειρία που αξίζει το χρόνο σου
Η Αλεπού βρίσκεται στα Κωνσταντινουπολίτικα της Πυλαίας, σε μια γειτονιά ήσυχη, μακριά από περάσματα και εύκολες εξόδους. Δεν είναι ένα σημείο εστίασης που θα πέσεις πάνω του περπατώντας. Πρέπει να έχεις αποφασίσει ότι θα πας ως εκεί. Κι αυτό τελικά της ταιριάζει, γιατί δεν λειτουργεί σαν στάση της τελευταίας στιγμής, αλλά σαν προορισμός για όσους θέλουν να καθίσουν για φαγητό, με την ησυχία τους.

Πηγαίνοντας, είχα στο μυαλό μου τη λέξη «μεζεδοπωλείο» που γράφει και η επιγραφή. Μπαίνοντας στο χώρο, η πρώτη εικόνα είναι θετική. Φροντισμένος, φωτεινός, με μια αισθητική χαμηλών τόνων που δεν προσπαθεί να κλέψει την παράσταση. Το σέρβις κινείται στον ίδιο ρυθμό. Ευγενικοί άνθρωποι, με γνώση, χωρίς βιασύνη και χωρίς υπερβολική οικειότητα, αλλά με καθαρή αίσθηση φιλοξενίας. Κάθομαι στο τραπέζι και αφήνω το φαγητό να πάρει το λόγο.
Στην κουζίνα ο Ανδρέας Κλαυδιανός μαγειρεύει με συνέπεια, προσθέτοντας μια πιο σύγχρονη ματιά, ενώ στη σάλα ο Ανδρέας Μανίκας κρατά το μαγαζί δεμένο και παρόν. Ο ξυλόφουρνος είναι από τα πρώτα πράγματα που προσέχεις στο χώρο. Δεν είναι διακοσμητικός. Δεσπόζει και δείχνει ότι παίζει ρόλο. Στην κουβέντα μου με τον Ανδρέα, μαθαίνω για το πώς “τρέχουν” το μαγαζί.

Πολλά από τα φαγητά μπαίνουν στον φούρνο από το βράδυ και ψήνονται αργά, με τη φωτιά να κρατά σταθερά για ώρες. Δεν το ακούς σαν πληροφορία για εντύπωση, αλλά το καταλαβαίνεις όταν θα δοκιμάσεις. Το φαγητό είναι πιο ουσιαστικό όλα όσα παραπέμπει η λέξη «μεζεδοπωλείο».
Το χταπόδι carpaccio έρχεται ισορροπημένο, καθαρό, με γεύση που θυμίζει θάλασσα. Η μοσχαρίσια γλώσσα σερβίρεται σε σουβλάκι και είναι από εκείνα τα πιάτα που θα κάνεις μια μικρή παύση. Τρυφερή, καλομαγειρεμένη και δουλεμένη για ώρες.

Το σοφρίτο σέβεται την παράδοση χωρίς να βαραίνει και το αρνάκι οφτό με το πιλάφι δείχνει ξεκάθαρα το χρόνο που πέρασε στο φούρνο, με το κρέας να στέκεται όπως πρέπει και το πιλάφι να λειτουργεί συμπληρωματικά, όχι απλώς σαν συνοδευτικό.
Το γεύμα κλείνει με γλυκά που δεν προσπαθούν να θυμίσουν εστιατόριο, αλλά σπίτι. Το ρυζόγαλο έχει εκείνη την απλότητα και τη νοστιμιά που σε κερδίζει αμέσως, ενώ το αρμενοβίλ δίνει μια πιο δροσερή νότα, χωρίς να αλλάζει τον τόνο του τραπεζιού. Γλυκά που λες και βγήκαν από την κουζίνα σπιτιού και όχι από μια μικρή γραμμή παραγωγής.

Όση ώρα ήμουν εκεί, το μαγαζί γέμιζε με κόσμο κάθε ηλικίας. Παρέες που μοιράζονται πιάτα, ζευγάρια, οικογένειες, άνθρωποι που εκτιμούν το καλό φαγητό χωρίς φασαρία. Οι τιμές είναι αξιοσημείωτες, χαμηλές σε σχέση με την ποιότητα και τη συνολική εμπειρία, κάτι που κάνει την “Αλεπού” ένα σημείο που θες να επιστρέφεις. Δεν είναι μόνο για έξοδο της μια φοράς.
Η “Αλεπού” είναι από εκείνα τα μέρη που σου προσφέρουν καλό φαγητό, ηρεμία και ένα τραπέζι που σε αφήνει να απολαύσεις τη στιγμή. Το μόνο που χρειάζεται είναι να της αφιερώσεις χρόνο. Και εδώ, αυτός ο χρόνος πιάνει τόπο.

