Αν και εγχείρημα του επώνυμου σεφ, Πάνου Ιωαννίδη, το Cinapos δεν κρύβει παγίδες. Αξίζει γι’ αυτό που είναι.
Η πολύχρονη εμπειρία μου στον χώρο με έχει διδάξει να είμαι επιφυλακτικός απέναντι σε εστιατορικά εγχειρήματα που συνδέονται με επώνυμα πρόσωπα, είτε προέρχονται από το χώρο του θεάματος ή από άλλους που παράγουν «επωνυμία». Με αυτή τη λογική αντιμετώπισα και την έλευση του Cinapos, στην αγορά του φαγητού. Παρ’ όλα αυτά, αφενός η περιέργεια και αφετέρου η υποχρέωση που έχουμε να ενημερώνουμε τον καταναλωτή για την ποιότητα τέτοιων προσπαθειών, με οδήγησαν να το δω διαφορετικά.

Συχνά τέτοιες πρωτοβουλίες καταλήγουν σε μαγαζιά – «κράχτες», τα οποία βασίζονται αποκλειστικά στο όνομα χωρίς να προσφέρουν κάτι ουσιαστικό. Το Cinapos, με τη σφραγίδα του Πάνου Ιωαννίδη, ανήκει ξεκάθαρα στην κατηγορία των εστιατορίων για τα οποία η ενημέρωση έχει νόημα. Πρόκειται για ένα μεζεδοπωλείο, με ιστορία λίγο μεγαλύτερη του ενός έτους, που δικαίως συγκαταλέγεται στα «talks of the town».
Ξεκινώντας από τα θετικά, το Cinapos στεγάζεται σε ένα ιστορικό κτίριο των μέσων του 19ου αιώνα. Το κτίσμα αυτό υπήρξε αρχικά βασιλικός στάβλος, στη συνέχεια σχολείο (και, σύμφωνα με μαρτυρίες, για ένα διάστημα και φυλακή), ενώ στα τέλη του 20ού αιώνα μετατράπηκε σε εστιατόριο. Είναι γνωστό σε πολλούς Αθηναίους άνω των …ήντα, καθώς έχει φιλοξενήσει στο παρελθόν επώνυμα μαγαζιά, ανάμεσά τους και το εμβληματικό, βραδινό στέκι «Στάβλος».

Η σημερινή εικόνα του χώρου μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο ως πολύ καλή. Αποπνέει την αίσθηση μιας πλατείας χωριού και το συνολικό περιβάλλον είναι ευχάριστο και φιλόξενο. Ο κόσμος, η μουσική και η γενικότερη ατμόσφαιρα δημιουργούν ένα αποτέλεσμα με ξεκάθαρα θετικό πρόσημο.
Όσον αφορά το φαγητό, το μενού κινείται στα γνωστά μονοπάτια του μεζεδοπωλείου και είναι αρκετά πλούσιο. Δοκιμάζοντας αρκετά πιάτα, η εικόνα που σχηματίζεται είναι μικτή: υπάρχουν καλές επιλογές, αλλά και αδυναμίες. Δεν έχει νόημα να σταθούμε αναλυτικά σε κάθε πιάτο.
Αξίζει όμως να αναφερθεί το νόστιμο αρνάκι με πατάτες, καθώς και η καλοφτιαγμένη πίτα με χορταρικά. Υπάρχουν και άλλες αξιόλογες προτάσεις, αλλά και πιάτα που υστερούν, όπως για παράδειγμα η αθηναϊκή σαλάτα, η οποία παραπέμπει περισσότερο σε ρώσικη, χωρίς μάλιστα να διαθέτει τη μαγιονέζα που θα έκανε τη διαφορά.

Συνολικά, λαμβάνοντας υπόψη το κοινό που συχνάζει στο Cinapos – κυρίως ηλικίες 20 έως 30 ετών – θεωρώ ότι τα όποια σκαμπανεβάσματα στην ποιότητα δύσκολα θα γίνουν αντιληπτά. Άλλωστε, το Cinapos δεν φιλοδοξεί να προσφέρει υψηλή γαστρονομία. Αυτό που προσφέρει γευστικά, σε συνδυασμό με το περιβάλλον, την ατμόσφαιρα και τη μουσική, έχει συνολικά θετικό αποτύπωμα στον επισκέπτη.
Κατά συνέπεια, αν στόχος της εξόδου σας είναι να περάσετε ευχάριστα και να “τσιμπήσετε” κάτι που, με σωστή επιλογή, θα είναι και νόστιμο, μπορείτε να είστε βέβαιοι: το Cinapos αποτελεί έναν καλό προορισμό.
