Από τους παραδοσιακούς μεζέδες και τα ψητά μέχρι τα λαϊκά και τα γαρύφαλλα, μια έξοδος με αρχή, μέση και… απρόβλεπτο τέλος
Κολωνός, Μεταξουργείο ή Ακαδημία Πλάτωνος; Να το πρώτο debate που γεννιέται με αφορμή το Άθος, το νέο εστιατόριο που σερβίρει παραδοσιακή ελληνική κουζίνα και… μοιράζει γαρύφαλλα λίγο πριν το επιδόρπιο.
Και γιατί όλο αυτό; Γιατί τα δύο αγόρια της διοικητικής ομάδας, ο Δημήτρης Γραμματικάκης και ο Παναγιώτης Πανταζής, νοσταλγούν – μάλλον όχι και τόσο κρυφά – την εποχή που οι γονείς τους έβγαιναν για φαγητό, τα ελαφρολαϊκά έπαιζαν από τα ηχεία και η βραδιά έκλεινε με κάτι από μπουζούκια, λίγο παραπάνω γλέντι και ανεμελιά.
Μια διασκέδαση άλλης εποχής που επιχειρούν να επαναφέρουν στο αδιέξοδο της οδού Σιατίστης, στο νούμερο 7.

Κακά τα ψέματα, η περιοχή είναι λίγο… dodgy, που λέμε και στο χωριό μου και δύσκολα θα βρεθείς τυχαία εκεί. Το Άθος κρύβεται ανάμεσα σε νεόδμητες πολυκατοικίες και τριώροφα της δεκαετίας του ’70, σπάζοντας τη σιωπή μιας γειτονιάς που, με την πρώτη ματιά, δεν έχει κάτι να σου προσφέρει για να σε τραβήξει.
Κι όμως, μέσα σε αυτό το αδιέξοδο στενάκι, τα vibes αλλάζουν: ανησυχία, δημιουργικότητα, νεανική ενέργεια, απλότητα και μια ανεπιτήδευτη διάθεση για διασκέδαση.
Ναι, στο Άθος θα πας συνειδητά για φαγητό. Κάποιος πρέπει πρώτα να σε πείσει ότι αξίζει να φτάσεις μέχρι εκεί. Και τελικά αξίζει, είτε το πεις Μεταξουργείο είτε Κολωνό (και λιγότερο Ακαδημία Πλάτωνος, που για πολλούς έχει άλλη, πιο «κουλτουριάρικη» ταυτότητα).

Το φαγητό είναι πραγματικά αξιοπρεπές, τόσο σε ποιότητα όσο και σε ποσότητα. Θα υπάρξουν ένα-δύο πιάτα που ίσως τα πεις υπερτιμημένα και όχι άδικα, αν δεις συνολικά την εμπειρία εξόδου, σε σχέση με την περιοχή και τη σχέση ποιότητας-τιμής. Δεν είναι αψεγάδιαστο εστιατόριο, αλλά δείχνει διάθεση να ακούσει και να βελτιωθεί. Και για μόλις δέκα μήνες λειτουργίας, γαστρονομικά τα πηγαίνει πολύ καλά.
Φτάνεις, κάθεσαι και αφήνεσαι στην εξυπηρέτηση. Και κάπου εκεί αρχίζει να συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον, κάτι που σπάνια συναντάς σε νέα μαγαζιά. Το προσωπικό είναι φιλόξενο, η κουβέντα ανοίγει εύκολα, το κλίμα χαλαρώνει. Δεν υπάρχει αποστείρωση, το κοινό είναι νεανικό και οι άμυνες πέφτουν.
Ίσως φταίει το στενάκι, ίσως αυτή η περίεργη ενέργεια που σε γυρίζει πίσω, τότε που παίζαμε στις αλάνες με ποδήλατα και μπάλα. Αν έχεις τέτοιες μνήμες, ξέρεις.

Αλλά ας πάω στο φαγητό, γιατί εκεί είναι και το ζητούμενο.
Στο τιμόνι της κουζίνας βρίσκεται η Άντζελα Κεφαληνού και μαζί με τον Γιώργο Μπένο επιμελούνται ένα μενού που μυρίζει οικογένεια. Πιάτα πλούσια σε λάδι, σαν της μαμάς, και κρέατα που αναδεικνύονται μέσα από τη φωτιά.
Το μενού δεν είναι μεγάλο και αλλάζει συχνά. Ό,τι δοκιμάσαμε είχε λόγο ύπαρξης. Ξεχωρίζω τη σαλάτα με τα ψητά κολοκυθάκια, τα σέσκουλα και τη φρέσκια μυζήθρα, ένα πιάτο απλό αλλά γεμάτο φρεσκάδα, με πληθωρικό λαδάκι και μια γλυκιά επίγευση από τη μυζήθρα που δεν έκλεβε τη λάμψη από το ζουμερό κολοκύθι.
Από τα ορεκτικά, η λαδένια Κιμώλου, αφράτη, σχεδόν σαν πιτσόνι, με τοματίνια και καραμελωμένα κρεμμύδια, έδεσε ιδανικά με την τυροκαυτερή που είχε όσο πικάντικο και όξινο χαρακτήρα χρειαζόταν. Ιδανικό ξεκίνημα για τσίπουρο ή τσικουδιά.

Και μιας και ο λόγος για ποτό, το Άθος, παρότι είναι εστιατόριο, ξεχωρίζει για την επιλογή της τσικουδιάς Ν35, που τη βρίσκεις από σφηνάκι μέχρι φιάλη 500ml αλλά και για άλλες αξιοπρεπείς επιλογές κρασιού, κλασικά cocktails, μπύρες και αρκετά spirits.
Επιστρέφοντας στο φαγητό, ο χειροποίητος κατσικίσιος καβουρμάς είναι από τα πιάτα που αξίζει να δοκιμάσεις. Λιπαρός και βουτυράτος όσο πρέπει, χωρίς να βαραίνει. Πολύ καλή και η ιδέα του ψητού λουκάνικου με λαχανόρυζο. Το λαχανόρυζο στην αρχή δείχνει λίγο υδαρό, αλλά όσο περνά η ώρα «δένει» με το λουκάνικο, το οποίο ξεχωρίζει: σωστό ψήσιμο, έντονα μπαχάρια, πικάντικο χωρίς να βαραίνει στο αλάτι, με μια ωραία όξινη ισορροπία.
Ένα πιάτο που εύκολα μπορεί να γίνει best seller, αν φυσικά υπάρχει επάρκεια από τον προμηθευτή, διότι η ομάδα επιλέγει να συνεργάζεται με πολύ μικρούς παραγωγούς και προμηθευτές.

Για τους λάτρεις του κρέατος, το κατσικάκι γάλακτος στη λαδόκολλα είναι σημείο αναφοράς: ζουμερό, σωστά ψημένο και ενδεικτικό της προσπάθειας για καλή πρώτη ύλη.
Στα γλυκά, η προσέγγιση είναι πιο «vintage». Ένα εκμέκ κανταΐφι ελαφρύ, όχι υπερβολικά γλυκό, και μια σοκολατόπιτα ζουμερή και πληθωρική. Δύο επιλογές που καλύπτουν διαφορετικές διαθέσεις, χωρίς να αφήνουν κανέναν παραπονεμένο.
Η βραδιά κυλάει αργά. Ο χώρος είναι σχετικά μικρός, με τραπεζάκια μέσα και μια εντυπωσιακή, μίνιμαλ μπάρα όπου μπορείς να γευματίσεις είτε μόνος είτε… να φλερτάρεις λίγο με το προσωπικό. Έξω, μόλις τέσσερα τραπεζάκια για 2-3 άτομα τα οποία ίσως αυξηθούν όσο ανοίγει ο καιρός.

Και κάπου εκεί, πάνω στο επιδόρπιο, έρχονται τα γαρύφαλλα. Απλώνονται στο τραπέζι και η βραδιά αλλάζει ρυθμό. Ο κόσμος συμμετέχει, η μπάντα παίζει από λαϊκά μέχρι ρεμπέτικα, και ξαφνικά δεν είσαι απλώς για φαγητό, είσαι σε γλέντι.
Στο Άθος, τα γαρύφαλλα είναι δωρεάν και μοιράζονται απλόχερα όπως και η αγάπη του προσωπικού. Και η εμπειρία τελικά έχει λίγο απ’ όλα: καλό φαγητό, ζωντανή μουσική και μια δόση φλερτ. Πόσο συχνά βρίσκεις αυτό το τρίπτυχο σήμερα;
Εσύ θα πας στο Άθος για το φαγητό ή για τα γαρύφαλλα;

