Η Νάγια Μελισσινού θυμάται τη Μάρω Κοντού όπως τη γνώρισε: μακριά από τη δημοσιότητα, χωρίς έπαρση, με αυτοσαρκασμό, χιούμορ και σπάνια ψυχική δύναμη
Για την καριέρα και το έργο της Μάρως Κοντού πολλά έχουν ειπωθεί το τελευταίο εικοσιτετράωρο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Η σπουδαία ηθοποιός με πορεία που ξεπερνά τις έξι δεκαετίες έγινε ευρύτερα γνωστή μέσα από την ελληνική τηλεόραση, αφήνοντας το στίγμα της σε δημοφιλείς ταινίες όπως «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», «Γοργόνες και Μάγκες», «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» και πολλές άλλες.
Παράλληλα με τον κινηματογράφο, διατήρησε έντονη παρουσία στο θέατρο, συμμετέχοντας σε κλασικά και σύγχρονα έργα και επανεμφανίστηκε στην τηλεόραση από τη δεκαετία του 1990 και μετά. Δεν είναι τυχαίο πως η Μάρω Κοντού αναζητούσε ρόλους με προσωπικότητα και ουσία, αφού η ίδια χαρακτηριζόταν από δυναμισμό και εσωστρέφεια ταυτόχρονα.

«Την έζησα τη ζωή μου. Τη χόρτασα».
Θέλοντας να αποχαιρετήσουμε τον άνθρωπο Μάρω Κοντού κι όχι την ηθοποιό, αναζητήσαμε από το στενό της φιλικό κύκλο τη Νάγια Μελισσινού, με την οποία η ηθοποιός είχε αναπτύξει μια χρόνια φιλία. Συζητώντας μαζί της, με ενδιέφερε περισσότερο να αφουγκραστώ τη γυναίκα πίσω από το είδωλο.
Χαρακτηριστικά, όπως αναφέρει και η κα Μελισσινού, «η Μάρω ήταν η απόλυτη αντιστάρ». Γνωρίστηκαν μέσω του Γιώργου Νάσιουτζικ σε μια γιορτή. Πέρασε καιρός, αλλά πριν από δέκα χρόνια ξανασυναντήθηκαν σε ένα φιλικό σπίτι για μπιρίμπα. Έκτοτε, η μπιρίμπα, που ήταν το αγαπημένο της χόμπι και έδενε αρμονικά με το ξενύχτι που επίσης αγαπούσε, ήταν η αφορμή για να δημιουργηθεί μια ιδιαίτερη φιλία.
«Μέσα μου αισθάνομαι σαράντα οκτώ με πενήντα τρία ετών. Το μυστικό είναι η ενέργεια και να μην κάθεσαι σε έναν καναπέ και να πλήττεις!»
Η κα Μελισσινού ανατρέχει σε ένα πρόσφατο κάλεσμα της ηθοποιού στο ξενοδοχείο Sofitel, όπου γιόρτασαν τα ενενηκοστά γενέθλια της ηθοποιού και η νύχτα ήταν αφιερωμένη στο χαρτί. Σε αντίθεση με άλλες επιφανείς κυρίες, η Μάρω δεν αναφερόταν ποτέ στην καριέρα, στις ταινίες ή στο παρελθόν της, κυρίως όταν βρίσκονταν με φίλους. Δεν έκανε ποτέ επίδειξη, δεν της άρεσε να μιλά για το παρελθόν της, ήταν απλός άνθρωπος και ιδιαίτερα αγαπητή στους φίλους της.

Ως προς την ποιότητα του χαρακτήρα της, η κα Μελισσινού σοφά σχολιάζει πως ο χαρακτήρας του ανθρώπου αποκαλύπτεται στο χαρτί και στο μεθύσι: και η σπουδαία ηθοποιός είχε ένα είδος ανεκτικότητας στη ζωή και μια τρομερή ψυχική αντοχή. Δεν παραπονέθηκε ποτέ για τίποτα.
Έβρισκε διέξοδο στην τέχνη, της άρεσε πολύ να ζωγραφίζει και ήταν ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας: χωρίς έπαρση, λιτοδίαιτη, ακομπλεξάριστη. Ακόμη και στην οικία της δεν είχε ούτε μια φωτογραφία που να μαρτυρά την επαγγελματική της λάμψη, όπως συνηθίζεται από άλλους ηθοποιούς.
Μια παρουσία που απολάμβανε τη ζωή κάθε στιγμή χωρίς ποτέ να αναπολεί (φωναχτά τουλάχιστον) το παρελθόν και τις επιτυχίες της. Για τα προσωπικά της μιλούσε σπάνια και δεν συνήθιζε να εκφράζει τα συναισθήματα της σε όσους ένιωθε πολύ κοντά της.
«Δεν έχω κρύψει τίποτα, ούτε σκάνδαλα έχω κάνει. Όλη μου η ζωή είναι στο πιάτο».
Η φιλική σχέση που ανέπτυξε με τον Χόρν καθόρισε τη στάση της απέναντι στη ζωή. Το μότο που υιοθέτησε από τον Χόρν και μετέπειτα έγινε απαράβατος κανόνας για να πορευτεί στη ζωή ήταν «Ποτέ να μη νοιάζεσαι για το τι λένε οι άλλοι για εσένα. Αρκεί να κάνεις αυτό που πρέπει».

Αυτός ο κανόνας την ακολούθησε σε όλη της τη ζωή. Ακόμη και τα τελευταία χρόνια που έκανε τηλεόραση, δεν ζήτησε ποτέ επιβεβαίωση από τον κύκλο της. Είχε μια αυτοκυριαρχία, δεν είχε εκρήξεις και δεν ήταν προσκολλημένη στη δόξα ή στα υλικά αγαθά. Ζούσε με λίγα και ήταν πειθαρχημένη.
Έχοντας στο πλάι της τον ανιψιό της, ο μοναδικός της συγγενής, αλλά και τον εικαστικό Κώστα Σπυριούνη, με τον οποίο έχτισε μια μακροχρόνια σχέση φιλίας και εμπιστοσύνης, μπορεί να πει κανείς πως απέκτησε τελικά την οικογένεια που πάντα επιθυμούσε.
Η Μάρω μπορεί να γυρνούσε σπίτι της μετά από σαράντα οκτώ ώρες μπιρίμπα, πίνοντας μοναχικά ένα ουισκάκι στο μπαλκόνι της, αλλά οι δικοί της άνθρωποι δεν την άφησαν ποτέ μόνη. Με δύο γάμους στο ενεργητικό της και έχοντας βιώσει φθόνο από το στενό περίγυρο, δεν ήταν ποτέ πικρόχολη και δεν είχε να πει κακό λόγο για κανέναν.

«Με εκνευρίζουν οι βλακείες, ο κουτός και πονηρός άνθρωπος, ο υπερβολικά φιλόδοξος και ο ατάλαντος».
Πληθωρική στη ζωή όπως και στο χαρτί και συχνά αθυρόστομη, είχε υιοθετήσει τη ρήση «ό,τι κέρδισα στα ξένα, στο μουνί και στην ταβέρνα», μια κυνική αναφορά για τη σπατάλη, μέσα από την οποία αυτοσαρκαζόταν. Ακόμη και πριν από ένα μήνα, που αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα υγείας, δεν σταμάτησε να παίζει μπιρίμπα και ίσως μέσα από το χαρτί να έβρισκε αφορμή να είναι παρούσα στη ζωή των φίλων της.
Αυτοδύναμη, αυτόνομη και χωρίς κανένα φόβο για τη ζωή…ή και το θάνατο.
Η Μάρω Κοντού, μέσα από τη συζήτηση με την κα Μελισσινού, έχει αποτυπωθεί στο μυαλό μου ως μια σπουδαία κωμικός. Κομψή και αρχοντική, συνδύαζε πάντα – τόσο στις ταινίες όσο και στη ζωή – τον αυτοσαρκασμό με την ευφυΐα, χωρίς να θέλει να εντυπωσιάσει.

Ειλικρινής και με λεπτό χιούμορ, καθώς και αξιοπρεπής ως το τέλος, έμεινε σε πολλούς αγαπητή γιατί αντιμετώπισε διακριτικά και με χαμηλούς τόνους όλες τις δύσκολες στιγμές της ζωής της.
«Τα έχω καλά με εμένα. Γερνάω επιτυχώς…»
Καλό ταξίδι στο Φως Μάρω.

