Με οδηγό τον Παναγιώτη Τσουκάτο, το Noa αποδεικνύει ότι η αυθεντική ελληνική γεύση μπορεί να πρωταγωνιστήσει σε έναν από τους πιο κοσμοπολίτικους προορισμούς της Μεσογείου
Σε πρόσφατο άρθρο μου για το εστιατόριο Baos αναφέρθηκα στην ιστορία της οικογένειας Δακτυλίδη και στο επιχειρηματικό της όραμα για τη Myconian Collection που εκφράζεται μέσα από κάθε στιγμή φιλοξενίας, είτε διαμονής, είτε γαστρονομικής.
Αν και οι περισσότεροι έχετε ακούσει για την ιδιαιτερότητα της Μυκόνου ως εκπρόσωπος του εγχώριου τουριστικού μας brand, μην νομίζετε πως σε αυτό δεν έχουν συμβάλλει και εστιατορικά εγχειρήματα που είναι καθαρόαιμα Ελληνικά.

Ίσως οι περισσότεροι να έχετε στο μυαλό σας εστιατόρια άψυχα, δημοφιλή σε διεθνές κοινό, mix ‘n’ match στο ύφος διασκέδασης, ακριβά και “χλιδάτα”. Δεν είναι όλα έτσι, ούτε είναι αποστειρωμένα, χωρίς ταυτότητα που απλώς σε κερδίζουν με θέα στο Αιγαίο ή σε κάποια πισίνα και με φαγητό που είναι γευστικά αδιάφορο.
Το Noa, το signature εστιατόριο του Myconian Kyma, ένα από τα πιο κομψά ξενοδοχεία της Myconian Collection στη Χώρα του νησιού, είναι η απόδειξη πως η φιλοσοφία της ελληνικής παραδοσιακής κουζίνας μπορεί να αφομοιωθεί από τους διεθνείς και μη επισκέπτες του, μέσα από απλές και όχι κραυγαλέες τεχνικές σύγχρονης μαγειρικής.

Το Myconian Kyma άνοιξε τις πόρτες του το 1986 και η δημιουργία του σηματοδότησε τη μετάβαση της Μυκόνου από έναν νησιωτικό προορισμό σε έναν τόπο υψηλής φιλοξενίας, διατηρώντας παράλληλα την αυθεντικότητα των Κυκλάδων.
Με πλήρη ανακαίνιση που ακολούθησε μέσα στα χρόνια και διατηρώντας τη λιτή Κυκλαδίτικη αισθητική με τη σύγχρονη πολυτέλεια, το Noa προσδίδει επιπλέον λόγους επισκεψιμότητας, είτε διαμένεις στο ξενοδοχείο είτε όχι. Και σε αυτό έχει συμβάλλει καθοριστικά ο Executive Chef της Myconian Collection, Παναγιώτης Τσουκάτος.

Καθώς εισέρχεσαι στο Noa, η πρώτη εντύπωση έρχεται από την ευρύχωρη, φωτεινή σάλα, όπου το φυσικό φως κατακλύζει το χώρο από την οροφή και τις τεράστιες τζαμαρίες.
Λευκό της άμμου, ξύλο, γήινες αποχρώσεις και διακοσμητικά αντικείμενα σε προσθήκες που παραπέμπουν σε παρελθοντικά χρόνια αγροτικής ζωής, σε «βάζουν» κατευθείαν στο κλίμα για τη γαστρονομική εμπειρία που θα ακολουθήσει.
Στο χώρο με άπλετη θέα στη Χώρα της Μυκόνου και στο Αιγαίο πέλαγος, τα τραπεζοκαθίσματα είναι άνετα, σε ιδανική απόσταση μεταξύ τους για να απολαύσεις ιδιωτικά το γεύμα ή το δείπνο σου, αναπαυτικά, λιτά και κομψά. Η μουσική λειτουργεί συμπληρωματικά και ο επισκέπτης θα απολαύσει αναμφίβολα φαγητό ελληνικής σύγχρονης ταβέρνας.

Ο Παναγιώτης Τσουκάτος στο Noa μου δίνει την αίσθηση πως επιστρέφει ακόμη πιο βαθιά στις ρίζες του και στις γεύσεις που για τον ίδιο ταυτίζονται με την παραδοσιακή ελληνική κουζίνα. Πιστός στην εποχικότητα και στη γνησιότητα γεύσης που δίνουν οι πρώτες ύλες, δεν παρουσιάζει πιάτα που επιβάλλουν εκσυγχρονισμό.
Δεν κάνει μεγάλες παρεμβάσεις, δεν επιθυμεί ο ίδιος να είναι τα πιάτα του αισθητικά ευφάνταστα. Τον ενδιαφέρει ο επισκέπτης να γευτεί συνταγές που είναι άκρως ελληνικές, παραδοσιακές και να αφήσουν στη μνήμη του το αποτύπωμα μιας κουζίνας με ισχυρή ελληνική ταυτότητα σε ένα τόσο εμπορικό και mainstream νησί όπως η Μύκονος.

Το μενού στο Noa είναι άκρως ελληνικό, μια ωδή θα έλεγα στην κουζίνα της μαμάς μας. Πιάτα που θυμίζουν γεύσεις με τις οποίες όλοι μεγαλώσαμε, όπως το παστίτσιο, κολοκυθοκεφτέδες και ντοματοκεφτέδες, ο ντάκος, οι γαρίδες σαγανάκι, το γιουβέτσι με το μοσχαράκι και πολλά άλλα.
Ακόμη και τα επιδόρπια του Πέτρου Μεχάλλα μου θυμίζουν καλοκαιρινή γιορτή, όπως τότε που κερνούσαμε στα σπίτια μας ένα ζουμερό εκμέκ ή απολαμβάναμε σε μια αυλή ενός χωριού τη γαλατόπιτα κάποιας θείας.

Ένα είναι σίγουρο, πως όσο απολαμβάνω το γεύμα στο Noa και όσο γνωρίζω περισσότερο τον Τσουκάτο, θέλω να τον πείσω να καθίσει δίπλα μου και να μου μιλήσει για τα παιδικά του χρόνια και τις γαστρονομικές του μνήμες. Είναι από εκείνους τους σεφ που αν του περιγράψω μια παιδική ανάμνηση από τα σουντζουκάκια της μαμάς μου, θα συγκινηθεί μαζί μου.
Και πάνω σε αυτό, ο Τσουκάτος ξέρει πολύ καλά τι σημαίνει ένα κεφτεδάκι σχάρας ή το παστίτσιο να γίνονται signature dishes σε ένα εστιατόριο σαν το Noa. Το μενού του Noa είναι ιδανικό για όσους αγαπούν να συνδυάζουν πιάτα με τσίπουρο ή ούζο, αλλά δεν αφήνει αδιάφορους και τους wine lovers. Προσωπικά, θα συνδύαζα τα πιάτα με παγωμένο τσίπουρο για να «ξυπνήσω» προσωπικές μου μνήμες Ελλάδας.

Ξεκινώ με Marinated Anchovies με τομάτα και ταραμοσαλάτα σε bruschetta, με την πρώτη ύλη να «σοκάρει» θετικά τον ουρανίσκο μου. Ο γαύρος τόσο τρυφερός να ισορροπεί με την ταραμοσαλάτα σε αλμυρότητα και με την τομάτα να είναι το γευστικό στοιχείο που φέρει αρμονία.
Ο ντοματοκεφτές στο Noa είναι ο καλύτερος που θα δοκιμάσεις, αρωματικός, ελαφρύς, αέρινος, με μηδαμινή προσθήκη αλευριού και τηγανητός άψογα. Ένα πιάτο που αποδεικνύει σωστή τεχνική και εξαιρετικό τηγάνι ως προς την καθαρότητα του λαδιού.
Τα grilled meatballs από κυμά Black Angus σε κόκκινη σάλτσα και με κρέμα από ξινοτύρι Νάξου, σε γυρνούν πίσω στο χρόνο. Ένα πιάτο, μια σύγχρονη εκδοχή του απόλυτου ελληνικού comfort dish. Ζουμερά και άψογα ψημένα κεφτεδάκια κάθονται σε μια βελούδινη σάλτσα, αρωματική και αργομαγειρεμένη με την κρέμα από ξινοτύρι να δημιουργεί μια απολαυστική αντίθεση.

Το παστίτσιο του Τσουκάτου με κοφτό μακαρονάκι είναι το καλύτερο που έχω γευτεί, καλύτερο και από της μάνας μου! Με ragu από μοσχαρίσιο κρέας και σιγομαγειρεμένο μέσα σε μια σάλτσα χωρίς πολλά καρυκεύματα και με τη βελούδινη béchamel sauce, το αφήνω λίγο στην άκρη να έρθει σε μια θερμοκρασία ιδανική για να μην κάψω τον ουρανίσκο μου. Απολαμβάνω με επιφωνήματα ικανοποίησης και πραγματικά, είναι ο λόγος που θέλω να επιστρέψω στο Noa.
Στα πιάτα της θάλασσας, το beetroot and cod, θυμίζει 25η Μαρτίου καταμεσής καλοκαιριού! Ένα εκλεπτυσμένο πιάτο με τον μπακαλιάρο σε αέρινη κρούστα να παιχνιδίζει ευχάριστα με τις οξύτητες του παντζαριού και της sauce από γιαούρτι.

Απολαμβάνω πολύ το grilled fresh calamari με καρότο, baby gem, ταραμά με μελάνι από καλαμάρι, αυγοτάραχο και μια σάλτσα από λεμόνι. Ένα πιάτο που εκπροσωπεί τη σύγχρονη ελληνική κουζίνα με τις πρώτες ύλες και τους συνδυασμούς τους να το κάνουν να ξεχωρίζει.
Το καλαμάρι, ψημένο με ακρίβεια ώστε να διατηρεί τη διακριτική θαλασσινή γλύκα και τρυφερότητα του, με το τραγανό baby gem να δροσίζει σε κάθε μπουκιά. Το αυγοτάραχο προσθέτει πολυπλοκότητα και αλμυρή διάρκεια, ενώ η σάλτσα από λεμόνι ολοκληρώνει τη σύνθεση όλων των στοιχείων.

Η φιλοσοφία του μενού στο Noa είναι αυτή του «mezze» και οι μερίδες είναι πληθωρικές. Από τη λίστα κρεατοφαγίας, τα μοσχαρίσια μάγουλα γιουβέτσι με τραχανά με ταξιδεύουν σε κρύες νύχτες στο χωριό, στο φαγητό γάστρας της γιαγιάς.
Ένα πιάτο τόσο παραδοσιακό που ο Τσουκάτος καταφέρνει να μην αλλοιώσει την ταυτότητά του και να το παρουσιάσει όσο πιο εκλεπτυσμένα γίνεται. Τα δε αρνίσια παϊδάκια είναι με μουστάρδα και αποδεικνύουν την εμμονή της οικογένειας Δακτυλίδη στην ποιότητα πρώτων υλών στα ξενοδοχειακά εστιατόρια της Myconian Collection.

Και κάπως έτσι ανακαλύπτω τους λόγους που ο Τσουκάτος έχει βρει το λιμάνι του στη Myconian Collection, μια και δεν περιορίζεται σε νόρμες και μόδες της εποχής, συντηρώντας αυστηρά την ελληνική του ταυτότητα ως μάγειρας που επαναπροσδιορίζει την κουζίνα του τόπου μας με ακρίβεια, μέτρο και ισορροπία.
Στα επιδόρπια του Μεχάλλα, όπως αναφέρθηκα και νωρίτερα, βρίσκω υψηλή ζαχαροπλαστική τέχνη και σπουδαία εφευρετικότητα για το νεαρό της ηλικίας του. Η γαλατόπιτα είναι αυτή που με κερδίζει γιατί δύσκολα συναντάς μια τόσο σύγχρονη και εκλεπτυσμένη συνταγή που δεν ακυρώνει τον παραδοσιακό της χαρακτήρα.

Το Noa προσφέρει μια αμιγώς ελληνική κουζίνα σε ένα πολύ καλαίσθητο ξενοδοχειακό περιβάλλον. Είναι το εστιατόριο εκείνο που η νοσταλγία για οικείες γεύσεις κυριαρχεί σε κάθε πιάτο.
Η ομάδα του Τσουκάτου δείχνει πως με μεγάλη αγάπη θέλει να μυήσει τον επισκέπτη σε μια παραδοσιακή γαστρονομική εμπειρία και αυτό φαίνεται και από το φιλικό προσωπικό της σάλας και τον τρόπο παρουσίασης των πιάτων.
Αν βρεθείτε στη Μύκονο, αξίζει μια επίσκεψη στο Noa, με τα ζουμερά του κεφτεδάκια, παϊδάκια και τα νοσταλγικά του γλυκά!

