Ο executive chef Δημήτρης Φατίσης παρουσιάζει μια δημιουργική κουζίνα με σαφείς γαλλικές αναφορές σε έναν από τους λίγους fine dining προορισμούς της Βόρειας Ελλάδας
Το εστιατόριο Alfredo’s Grand Dining βρίσκεται μέσα στις εγκαταστάσεις του Regency Casino στη Θεσσαλονίκη και είναι ένα από τα – μετρημένα στα δάχτυλα – fine dining εστιατόρια της Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδας. Απευθύνεται στο κοινό εκείνο που είτε θέλει να προσφέρει στον εαυτό του και την παρέα του ένα γεύμα αξιώσεων σε ένα εξαιρετικό περιβάλλον, είτε στους επισκέπτες του καζίνο, οι οποίοι θέλουν να συνδυάσουν την επίσκεψή τους με ένα πολυτελές δείπνο.

Ο επισκέπτης αντικρίζει στο χώρο του ροτόντες στρωμένες με ολόλευκα τραπεζομάντηλα, βαριές ξύλινες πολυθρόνες, χαλιά και πολυελαίους εποχής, ένα σκηνικό το οποίο θυμίζει κλασικό σαλόνι ενός γαλλικού εστιατορίου, βγαλμένο από μια παλαιότερη εποχή της γαλλικής αστικής τάξης.
Εδώ, για 26 χρόνια, διέπρεψε ο Απόστολος Αλτάνης ο οποίος αποχώρησε πέρυσι, για να αναλάβει τα ηνία ο executive chef Δημήτρης Φατίσης. Γνήσιο παιδί του Hyatt, καθώς εδώ έκανε τα πρώτα του μαγειρικά βήματα, δούλεψε στο Ντουμπάι, στο Ritz Carlton στην Doha, κι έπειτα έκανε ένα πέρασμα από τη Μούρθια.
Κατόπιν, εργάστηκε στα εστιατόρια του Sani Resort, για να επιστρέψει στο Hyatt και να εγκαινιάσει τη νέα εποχή, επιχειρώντας να αφήσει το αποτύπωμα του στο γαστρονομικό καμβά της Θεσσαλονίκης.

Στο Alfredo’s Grand Dining παρουσιάζει μια πρόταση δημιουργική με βάση τη γαλλική κουζίνα. Το μενού αποτελείται από τα ορεκτικά που χωρίζονται σε κρύα και ζεστά, τα κυρίως πιάτα καθώς και πιάτα “από το φούρνο με κάρβουνα” όπως έχει επιλέξει να το ονομάσει ο chef. Με μια πρώτη ανάγνωση, δεν γινόταν να μην ξεχωρίσω από τα ορεκτικά, τη σούπα από αγκινάρα Ιερουσαλήμ με μοσχαρίσια γλώσσα, τα λευκά σπαράγγια με κρέμα αμυγδάλου και αυγοτάραχο και τον αφρό κατσικίσιου τυριού με καμένο πράσο και αχλάδι.
Στα κυρίως, μου έκανε εντύπωση το χριστόψαρο με σάλτσα λεμονιού και ραβέντι και υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως την επόμενη φορά θα δοκιμάσω το χοιρινό joselito Iberico με κόκκινο λάχανο, φασόλια μαυρομάτικα και μαρμελάδα chorizo.

Στα πιάτα από τον φούρνο, ξεχωρίζει το καρέ αρνιού. Ο επισκέπτης μπορεί να διαλέξει είτε από τον à la carte κατάλογο, είτε από το degustation μενού το οποίο ούτε λίγο ούτε πολύ προσφέρει 11 στάδια.
Δοκίμασα το degustation μενού καθώς ήθελα να απολαύσω όσο το δυνατό περισσότερα πιάτα σε μικρότερες ποσότητες, για να αποκτήσω μια σφαιρική αντίληψη της κουζίνας του chef.
Η τάρτα αστακού με χαβιάρι baeri έφτασε πρώτη και ήταν εξαιρετικό ξεκίνημα, με μια τραγανή ταρταλέτα η οποία στην βάση είχε ψιλοκομμένο αστακό και από πάνω μια αέρινη, καλοδεμένη και πολύ γευστική κρέμα αστακού.

Τα Rillettes σολομού είχαν τη μορφή ενός σου με ψίχα σολομού – στη λογική του pulled – αλμυρή βουτυράτη κρέμα και μια σάλτσα από βότανα, στην οποία ξεχώριζε ο άνηθος. Ένα αψεγάδιαστο πιάτο και ισορροπημένο, με τη σάλτσα verde να δροσίζει με την αρωματικότητα και την οξύτητά της τη λιπαρή και πληθωρική πρώτη ύλη.
Το μοσχαρίσιο ταρτάρ με ναμελάκα τρούφας και πίκλα πατάτας ήταν γευστικό, αν και ένα κλικ λιγότερο δεμένο από όσο έπρεπε, αλλά δεν στερήθηκε νοστιμιάς. Ωραία και η ναμελάκα με μαύρη τρούφα που ισορρόπησε τη γεύση κρέατος, ενώ η πίκλα της πατάτας ήταν εξαιρετική, όσο αλμυρή έπρεπε και υπέροχα τραγανή.
Το hot-dog πάπιας που ακολούθησε ήταν ένα brioche με γέμιση από ένα υπέροχο και νοστιμότατο λουκάνικο πάπιας, ψιλοκομμένο σέλινο, μαγιονέζα τρούφας και φρεσκοκομμένη μαύρη τρούφα.

Ομολογώ πως όταν αντίκρισα το πιάτο δεν πίστευα πως θα είναι πετυχημένο με τόση ποσότητα τρούφας, αλλά η δοκιμή με αποστόμωσε, καθώς όλα τα υλικά ήρθαν σε φοβερή αρμονία και ο συνδυασμός τους έφερε γευστική πληρότητα. Το λουκάνικο πάπιας ήταν τόσο κομψό και παράλληλα τόσο γευστικό!
Το καρπάτσιο μανιταριών παρόλο που ήταν μονοδιάστατο λόγω του γήινου χαρακτήρα του, ήταν πολύ έντονο και γευστικό καθώς προστέθηκε κέτσαπ με μαύρη τρούφα και πραλίνα μανιταριών, ενώ την απαραίτητη ισορροπία επανάφερε η πηχτή σάλτσα verde στην βάση του πιάτου.
Το φιλέτο χριστόψαρου με ραβέντι και πίκλα λεμονιού πάνω σε μια μους από γιαούρτι ήταν ενδιαφέρον αλλά του έλειπε η ένταση σε σχέση με το προηγούμενο πιάτο, ενώ θα ήθελα και τη μους γιαουρτιού λίγο πιο γεμάτη.

Τέλος, το μοσχαρίσιο μάγουλο ήταν βαθιά νόστιμο, καλομαγειρεμένο με μια υπέροχη ντεμι γκλας, ενώ από τα τρία είδη πουρέ που το συνοδεύουν, ξεχώρισα εκείνο με το κάστανο που ήταν βελούδινος, λείος στην υφή και νόστιμος.
Στα γλυκά, ξεχώρισα το παγωτό μοτσαρέλας με μαρμελάδα παντζάρι.Το σέρβις είναι υψηλού επιπέδου και κινείται αθόρυβα αλλά μεθοδικά στη σάλα, χωρίς να του λείπει τίποτα.
Ο executive chef Δημήτρης Φατίσης είναι ένας chef ο οποίος στον όμιλο Hyatt παρουσιάζει τρεις διαφορετικές προτάσεις: την πρώτη, στο εστιατόριο “Ambrosia” εντός του ξενοδοχείου, όπου η κουζίνα είναι ελληνική σε μια comfort παρουσίαση, τη δεύτερη, στον “Kipo”, η καλοκαιρινή έκδοση του Alfredo’s, όπου εμπνέεται από τη διεθνή κουζίνα με σαφή ροπή προς την ισπανική γαστρονομία και την τρίτη, αυτή που θα βιώσει κάποιος αν δειπνήσει στο Alfredo’s Grand Dining. Αυτό είναι ένα δύσκολο και απαιτητικό εγχείρημα, καθώς οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο Φατίσης καθημερινά είναι διαφορετικές.

Έχοντας γευματίσει και στα τρία εστιατόρια, μπορώ να υποστηρίξω με βεβαιότητα πως στο Alfredo’s Grand Dining βγάζει τον καλύτερό του εαυτό, παρουσιάζοντας ένα μενού συγκροτημένο και αρκετά κατανοητό προς τον επισκέπτη, ο οποίος δοκιμάζοντας λίγα πιάτα, μπορεί να κατανοήσει πλήρως την ποιότητα της κουζίνας του chef.
Αν συνυπολογίσετε πως άλλη πρόταση γαλλικής κουζίνας δεν θα συναντήσουμε στη Θεσσαλονίκη και στην υπόλοιπη Βόρεια Ελλάδα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, αυτός είναι ένας ακόμη λόγος για να επισκεφτείτε το εστιατόριο.

