Διθυραμβικές κριτικές, υψηλές προσδοκίες και ένα comfort που δύσκολα αφορά τον μέσο Έλληνα καταναλωτή
Είναι φορές που οι επισκέψεις μας σε κάποια εστιατόρια της πόλης είναι αναγκαίες, προκειμένου να διαπιστώσουμε αν αληθεύει όλος ο ενθουσιασμός ή η απογοήτευση που εκφράζουν άλλοι συνάδελφοι του κλάδου, αλλά και το γενικό κοινό που γράφει ελεύθερα κριτικές στη Google.
Μια τέτοια επίσκεψη ήταν αυτή που έκανα πολύ πρόσφατα στο Nolan, καθώς το εστιατόριο έχει αλλάξει χέρια: από αυτά του Σωτήρη Κοντιζά πέρασε σε εκείνα του Μιχάλη Νουρλόγλου. Εδώ και ακριβώς ένα χρόνο διαβάζω από συναδέλφους διθυραμβικές κριτικές και απορώ τι είναι αυτό που δεν είδα ή δεν εκτίμησα σωστά.

Είχα πολύ καιρό να γευματίσω στο Nolan, από την εποχή που τη γαστρονομική διεύθυνση της κουζίνας είχε ο Σωτήρης Κοντιζάς και τα περισσότερα πιάτα του μενού παρέπεμπαν σε ιαπωνική fusion κουζίνα. Αν κάτι έχει πετύχει ο νέος executive chef, αναφορικά με τον τρόπο που περιγράφεται πια το Nolan, είναι ότι όντως σερβίρει μια comfort κουζίνα σε ένα από τους πιο εμπορικούς δρόμους του κέντρου.
Το Nolan, επί της οδού Βουλής, βρίσκεται σε προνομιακή θέση για τους διεθνείς επισκέπτες της πόλης αλλά και για τους ντόπιους που θα βρεθούν στην περιοχή για ψώνια και βόλτα στα καταστήματα. Είναι ιδανικό σημείο για μια στάση, για ένα γρήγορο γεύμα κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ενδείκνυται για βραδινή έξοδο. Ο χώρος είναι μικρός, με λίγα τραπεζάκια στο εσωτερικό και κάποια ακόμη στο πεζοδρόμιο της γωνίας όπου στεγάζεται. Το λευκό με το γκρι χαρίζουν τη μίνιμαλ αισθητική ενός πολύ καθαρού χώρου, ενώ η neon επιγραφή στο εσωτερικό του δίνει μια pop νότα. Τα τραπεζάκια είναι αρκετά μικρά – όπως και τα πιάτα που καταφθάνουν σε αυτά.

Από τη στιγμή που το επιλέγεις, αντιλαμβάνεσαι πως το comfort του Nolan δεν απευθύνεται στον Έλληνα και αυτό αποδεικνύεται από τους πελάτες του. Στην επίσκεψή μου κάθισα σε ένα από τα τραπέζια του εσωτερικού χώρου και χάζευα τον κόσμο, όλοι διαφορετικών υπηκοοτήτων από τη δική μου. Το μενού του Nolan είναι άρτια επιμελημένο και ανταποκρίνεται σε όλα τα γευστικά γούστα. Αν και οι περισσότερες κριτικές αναφέρονται στις θαλασσινές προτάσεις, αποφάσισα να μην ακολουθήσω τον ίδιο δρόμο και επέλεξα πιάτα από την κατηγορία κρέατος.
Ξεκίνησα με ένα συμπαθητικό μοσχαρίσιο tartare, το οποίο συνόδευσα με το side του ψωμιού. Έρχεται ασυνόδευτο, κάτι που ανακάλυψα και με άλλα βασικά πιάτα του μενού. Το tartare δεν άφηνε περιθώριο αμφιβολίας για την ποιότητα της πρώτης ύλης, αλλά γευστικά, συγκριτικά με άλλα, από άλλους chef, κινήθηκε χαμηλότερα των προσδοκιών μου.

Συνέχισα με τα Rice Cakes, ένα πιάτο με γευστικές ισορροπίες ανάμεσα σε μανιτάρια, miso και κατσικίσιο τυρί, αλλά σε χλιαρή θερμοκρασία. Ακολούθησε – κατά τη γνώμη μου – το signature dish της συγκεκριμένης κατηγορίας: τα μοσχαρίσια μάγουλα.
Σε αυτό το σημείο αναρωτήθηκα «πού αλλού έχουμε δει μοσχαρίσια μάγουλα ασυνόδευτα»; Γιατί πρέπει ο καταναλωτής να πληρώσει extra ένα side ειδικά για αυτό το πιάτο, που σε καμία περίπτωση, δεν μπορεί να σταθεί γευστικά μόνο του; Στο Nolan τα μοσχαρίσια μάγουλα με το συνοδευτικό τους, είναι ένα πιάτο των 30€, και στην περίπτωση του tartare (με το ψωμί) η τιμή ανέρχεται στα 24€ (ορεκτικό).

Πολλές φορές θα ήθελα να επαναπροσδιορίσουμε ορολογίες – όπως «comfort κουζίνα» – κυρίως όταν αναφερόμαστε σε μια συνολική εμπειρία και όχι μόνο στο γευστικό αποτέλεσμα. Με ξενοδοχειακά εστιατόρια να περικυκλώνουν το Nolan, καθώς και με άλλα γαστρονομικά σημεία της περιοχής από επώνυμους chef, o καταναλωτής με 3 μόνο πιάτα και με ένα ποτήρι κρασί είναι πολύ κοντά σε λογαριασμό τριψήφιου αριθμού.
Σε ένα πολύ upscale ξενοδοχειακό εστιατόριο η τιμή για ένα αντίστοιχο κυρίως πιάτο μπορεί να φτάσει και τα 35 – 40€ αλλά το περιβάλλον, η εμπειρία και – πιθανώς – οι πρώτες ύλες είναι άλλου επιπέδου. Στο Nolan δεν ισχύει αυτό.
Γευστικά πια, αν κάποτε η θρυλική μοσχίδα του Κοντιζά αποτυπώθηκε στη μνήμη μου, έτσι συνέβη και με τα μοσχαρίσια μάγουλα που τελικά τα συνόδευσα με ένα βελούδινο, βουτυράτο πουρέ. Αξίζει να αναφερθεί πως η head chef Yona Haidarai ανταποκρίνεται άρτια σε αυτό που τεχνικά πρεσβεύει το Nolan, ενώ η sommelier Γιοβάννα Λύκου έχει επιμεληθεί εξαιρετικά την οινική λίστα του εστιατορίου.

Η ώρα για γλυκό είχε έρθει και η γλυκύτατη σερβιτόρα μου πρότεινε να κλείσω με Anglaise: κρέμα κάρδαμο, μήλο με ιβίσκο και παγωτό galangal. Ένα επιδόρπιο που, δυστυχώς, με απογοήτευσε. Οι αντιθέσεις στις υφές υπερίσχυσαν αυτών στη γεύση. Κάρδαμο και galangal δεν «ακούστηκαν» ποτέ, το μήλο ήταν υπερβολικά παγωμένο στην πρώτη δοκιμή και το υγρό στοιχείο του ιβίσκου έκανε την κρέμα ακόμη πιο αραιή. Η προσθήκη ενός χειροποίητου crumble ήταν αναγκαία, αλλά το συνολικό αποτέλεσμα δεν ήταν αντάξιο των προσδοκιών μου. Ο κατάλογος των γλυκών περιλαμβάνει άλλες δύο προτάσεις, για τους λάτρεις της σοκολάτας και της καραμέλας.
Το σέρβις στο Nolan είναι άρτια εκπαιδευμένο για άμεση ανταπόκριση σε κάθε νεύμα των επισκεπτών του προς αυτό. Αδιαμφισβήτητα έχει συμβάλλει αποτελεσματικά ο manager του, Μάριος Τριπολιτσιώτης. Επικοινωνιακός, φιλικός και ευγενής, στην πρώτη γραμμή του Nolan, είναι εκεί για να σε κάνει να νιώσεις αυτή την «άνεση» για την οποία φημίζεται το εστιατόριο.
Όμως, δεν αρκεί ένας εξαιρετικός manager για να πείσει πως το comfort του Nolan απευθύνεται στον Έλληνα επισκέπτη και θα παραμείνω στην αρχική μου τοποθέτηση: έχει δημιουργηθεί too much fuss για αυτό που προτείνει. Η επιλογή, δική σας…
