Σκέψεις για ένα οικοσύστημα γεύσης χωρίς κριτική πυξίδα
Ο 21ος αιώνας, στο δεύτερο τέταρτο του οποίου εισερχόμαστε, δεν έχει μέχρι στιγμής δώσει κανένα σοβαρό δείγμα ότι κάτι ουσιαστικά καλό περιμένει το χώρο της γεύσης και του ποιοτικού φαγητού. Αντιθέτως, η εικόνα παραμένει απογοητευτική.
Το κοινό καταναλώνει – και όχι δημιουργικά – ό,τι του αρέσει, αλλά και ό,τι του σερβίρεται ως πολύτιμο, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται συχνά για κακοφτιαγμένο τσίγκο με περιτύλιγμα χρυσού. Οι δε καθοδηγητές, όσοι υποτίθεται ότι έχουν εκπαιδευτικό ρόλο, μοιάζουν εγκλωβισμένοι σε συνθήκες που όχι μόνο δεν ευνοούν, αλλά ενισχύουν τη στασιμότητα.
Το μέλλον; Ίσως αόρατο. Ίσως όμως και απολύτως ορατό – και γι’ αυτό ακόμη πιο σκοτεινό.

Παρακολουθώ τα τεκταινόμενα στο χώρο της γεύσης με ψυχραιμία και χωρίς καμία διάθεση έκπληξης. Αντιθέτως, θα μου προκαλέσει εντύπωση αν η επικαιρότητα ήταν διαφορετική, τόσο ως εικόνα όσο και ως πράξη.
Και γιατί να είναι; Η γαστρονομία δεν αποτελεί εξαίρεση, λειτουργεί με τους ίδιους μηχανισμούς που διέπουν κάθε πεδίο δημόσιου ενδιαφέροντος.
Σε κάθε τέτοιο πεδίο υπάρχουν δύο βασικοί πρωταγωνιστές. Το κοινό και οι «ειδικοί». Εκείνοι που καταναλώνουν και εκείνοι που υποτίθεται ότι γνωρίζουν, εξηγούν, αξιολογούν, εκπαιδεύουν. Στο χώρο της γεύσης, όμως, αυτή η σχέση έχει διαρραγεί. Το κοινό, στη συντριπτική του πλειοψηφία, αντιμετωπίζει το φαγητό είτε ως αναγκαίο καύσιμο επιβίωσης, είτε ως ευκαιρία κοινωνικής εκτόνωσης, είτε ως αξεσουάρ κοινωνικής επίδειξης. Η ουσία απουσιάζει. Υπάρχουν, βεβαίως, και λίγοι που βλέπουν το φαγητό ως πολιτισμό, παράδοση και παραγωγικό κεφάλαιο. Είναι όμως αριθμητικά ασήμαντοι, ανίκανοι να δημιουργήσουν την κρίσιμη μάζα που θα μπορούσε να μετακινήσει το εκκρεμές.

Οι λεγόμενοι «ειδικοί» δεν αποτελούν λύση στο πρόβλημα. Προέρχονται, σχεδόν όλοι, από το ίδιο κοινωνικό και πολιτισμικό υπόστρωμα με το κοινό που υποτίθεται ότι καθοδηγούν. Κουβαλούν τις ίδιες παρανοήσεις, τα ίδια στερεότυπα, την ίδια ρηχή παιδεία γύρω από τη γεύση. Ο εκπαιδευτικός τους ρόλος είναι, εκ των πραγμάτων, περιορισμένος. Αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα και στη δημοσιογραφική αντιμετώπιση του αντικειμένου.
Από τη μία, λιβανιστήρι για τους ισχυρούς, τους βραβευμένους, τους «καθιερωμένους». Από την άλλη, κοινοτοπία και αντιγραφή για τους υπόλοιπους. Κείμενα – κατάλογοι, αποθεωτικά, κουραστικά, εκατοντάδων λέξεων για το τι έφαγε ο συντάκτης, σαν να ενδιαφέρει κανέναν αν ξεκίνησε με σεβίτσε και κατέληξε σε γιουβαρλάκια, ή αν η μαρινάδα και το αυγολέμονο «ήταν σωστά δεμένα».
Η γαστρονομική δημοσιογραφία, σε μεγάλο βαθμό, έχει παραιτηθεί από κάθε έννοια κριτικής σκέψης.

Πρόσφατα διάβασα παρουσίαση εστιατορίου, νεοεισερχόμενου στο πάνθεον των «κορυφαίων». Δεν θα τη σχολιάσω. Το μόνο που αναρωτήθηκα είναι τι θα έγραφε ο ίδιος συντάκτης αν στη θέση του εστιάτορα βρισκόταν η Κλάρα Σμιθ ή ο Χέστον Μπλούμενταλ. Η απάντηση είναι προφανής — και αποκαλυπτική.
Και τέλος, ένα ερώτημα που παραμένει πεισματικά αναπάντητο: γιατί οι πραγματικά καλοί σεφ, οι καταξιωμένοι αλλά και οι ταλαντούχοι ανερχόμενοι, σιωπούν; Φοβούνται; Έχουν εθιστεί στην αποδοχή και στο χειροκρότημα; Ή απλώς βολεύονται σε ένα σύστημα αμοιβαίας κολακείας που συγκαλύπτει αδυναμίες και μετριότητες;
Αν κάποιος γνωρίζει, ας μιλήσει. Γιατί η σιωπή, σε αυτή την περίπτωση, είναι συνενοχή…
