Το Ντύλαν στην Κυψέλη είναι η απόδειξη ότι η δημιουργική ελληνική κουζίνα μπορεί να εξελίσσεται διαρκώς, χωρίς να χάνει την επαφή της με τις πρώτες ύλες, τις μνήμες και τον χαρακτήρα του τόπου
Ο chef patron Βαγγέλης Βέης, ένας μάγειρας που έχει συνδέσει το όνομά του με την ουσία της γεύσης και την προσεκτική διαχείριση των υλικών, έχει δημιουργήσει ένα χώρο που αντανακλά τη φιλοσοφία του, ανοιχτό, φιλόξενο και βαθιά γαστρονομικό.
Η πρόσφατη επέκταση του Ντύλαν, με την ενσωμάτωση του διπλανού χώρου στον πεζόδρομο της Αγίας Ζώνης, έδωσε νέα πνοή στο εστιατόριο και ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη σχέση του με τη γειτονιά της Κυψέλης.

Ο εξωτερικός χώρος απλώνεται πλέον πιο άνετα στον πεζόδρομο, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που συνδυάζει την αστική ζωντάνια με την αίσθηση μιας μικρής γαστρονομικής αυλής. Η επέκταση δεν εξυπηρετεί μόνο πρακτικές ανάγκες, αλλά αναβαθμίζει συνολικά την εμπειρία του επισκέπτη, προσφέροντας μεγαλύτερη άνεση και καλύτερη επαφή με τον παλμό της περιοχής.
Ο χώρος φωτεινός και ψηλοτάβανος, με στοιχεία που φανερώνουν τη μεγάλη αγάπη του Βέη στη μουσική: από πικάπ και έγχορδα μέχρι αναφορές στον Bob Dylan αλλά και τον Dylan Thomas, τον Ουαλό ποιητή που επηρέασε τον τραγουδοποιό.

Στο εσωτερικό, η ανοιχτή κουζίνα αποτελεί τη φυσική συνέχεια της μπάρας, που μπορούν να καθίσουν ως 12 άτομα, και λειτουργεί ως το κέντρο βάρους του χώρου. Οι κινήσεις της ομάδας γίνονται μέρος της εμπειρίας, ενώ οι επισκέπτες παρακολουθούν από κοντά τη διαδικασία προετοιμασίας των πιάτων.
Δεν υπάρχουν μυστικά ούτε αποστάσεις ανάμεσα στους μάγειρες και το κοινό. Αντίθετα, αναπτύσσεται ένας άμεσος διάλογος που ενισχύει το αίσθημα οικειότητας και αναδεικνύει τη δεξιοτεχνία της κουζίνας.

Στην πορεία του Βαγγέλη Βέη έχω αναφερθεί και στο παρελθόν, καθώς έχει περάσει από εστιατόρια που υπηρετούν την υψηλή γαστρονομία, όπως τη Hytra και το Hervé, αλλά και το Soil.
Παρότι αυτή η διαδρομή του ήταν συνδεδεμένη με το fine dining, το όνειρο του ίδιου ήταν πάντα ένα μικρότερο και πιο προσωπικό εστιατόριο, με φαγητό άμεσο, προσιτό και βαθιά νόστιμο, που θα «μιλούσε» στην ψυχή του πελάτη.
Η μαγειρική πρόταση του Βέη βασίζεται σε γνώριμες πρώτες ύλες, οι οποίες όμως επαναπροσδιορίζονται μέσα από σύγχρονες τεχνικές και δημιουργικές συνθέσεις.

Λαχανικά εποχής, ψάρια, θαλασσινά, κρέατα από επιλεγμένους παραγωγούς και ελληνικά προϊόντα υψηλής ποιότητας, μετατρέπονται σε πιάτα που ισορροπούν ανάμεσα στην παράδοση και τη σύγχρονη μαγειρική. Οι γεύσεις παραμένουν αναγνωρίσιμες, αλλά παρουσιάζονται μέσα από μια νέα οπτική, αποδεικνύοντας ότι η καινοτομία δεν απαιτεί απαραίτητα εξωτικά υλικά ή εντυπωσιασμούς.
Το μενού είναι μικρό και περιεκτικό και αλλάζει πολύ συχνά λόγω εποχικότητας, όπως: αντί του κόκκορα που είδαμε στο μενού με σάλτσα από γαρίδα και λουκάνικο, είχε μπει ψητό καλαμάρι με κριθαράκι και γαλομυζήθρα. Το al dente του θαλασσινού, ξένισε ακόμη κι εμένα που αγαπώ να «κρατάνε» τα θαλασσινά.

Ξεκινήστε με ζυμωτό ψωμί με βούτυρο, ντοματίνι, κάπαρη και ελιά και πιτάκια με επιλογές από ταραμά, αϊβάρ και tartare sauce. Το ψάρι ημέρας ήταν μαγιάτικο και συνδυάστηκε με φράουλα, chili, φρέσκια τομάτα, κάπαρη και ταραμά. Ένα ωραίο ψημένο συκώτι, συνδυάστηκε με crispy κρεμμύδια και πιπεριά Φλωρίνης.
Το Ντύλαν του σήμερα, συνοδεύεται και από μια σειρά συνεργασιών με άλλα αθηναϊκά εστιατόρια, καθώς ο Βαγγέλης Βέης είναι ανοιχτός στις προκλήσεις και του αρέσει να μπλέκει τη δική του μαγειρική με αυτή άλλων μαγείρων της γενιάς του. Μια από αυτές τις συνέργειες, είναι με το γειτονικό Ράντικαλ, μέσα στον Ιούνιο. Τα δύο εστιατόρια, πέραν του κοινού πεζόδρομου της Αγίας Ζώνης που μοιράζονται, έχουν κοινές αξίες γύρω από το φαγητό και τη φιλοξενία.

Αυτό που κάνει το Ντύλαν να ξεχωρίζει είναι η συνέπεια της φιλοσοφίας του. Κάθε στοιχείο, από τον σχεδιασμό του χώρου μέχρι τη δομή του μενού, υπηρετεί μια κοινή ιδέα: την ανάδειξη της πρώτης ύλης και της ανθρώπινης επαφής γύρω από το τραπέζι.
Στην καρδιά της Κυψέλης, σε έναν από τους πιο ζωντανούς πεζόδρομους της πόλης, το Ντύλαν συνεχίζει να εξελίσσεται, διατηρώντας παράλληλα την αυθεντικότητα που το καθιέρωσε ως έναν από τους πιο ενδιαφέροντες γαστρονομικούς προορισμούς της Αθήνας.
