Από το 1963 μέχρι σήμερα, ο Μαύρος Γάτος κοντά στην Πλατεία Προσκόπων εξελίσσεται σε ένα ξεχωριστό steakhouse, με πρωταγωνιστές το σωστό ψήσιμο, το συκώτι και τα παϊδάκια
Η Πλατεία Προσκόπων είναι μια σχετικά μικρή πλατεία. Είναι όμως καταπράσινη, γραφική, καλλιτεχνική και… γευστική. Το γιατί συμβαίνουν όλα αυτά δεν είναι του παρόντος, έχει όμως τις εξηγήσεις του. Θα πούμε, πάντως, δυο λόγια για τη γευστική της πλευρά.
Η πλατεία έχει ως γευστικό επίκεντρο τον Μαγεμένο Αυλό, ο οποίος εξακολουθεί να νεάζει, παρά τα εβδομήντα και πλέον χρόνια που τον βαραίνουν. Ας μην ξεχνάμε ότι από αυτό το περίκλειστο τετράγωνο, την Πλατεία Προσκόπων για την ακρίβεια, πέρασαν δεκάδες ακόμη μαγαζιά, με κάθε είδους γευστικές προτάσεις, που δεν κατάφεραν να συγκινήσουν τους πολλούς μόνιμους θαμώνες της και αναγκάστηκαν να την εγκαταλείψουν.

Όπως όμως συμβαίνει συχνά, έτσι και σε αυτή την περίπτωση, η φήμη της πλατείας λειτούργησε σαν μαγνήτης, με αποτέλεσμα να αναπτυχθούν γευστικά προπύργια στους γύρω δρόμους.
Το κυριότερο από αυτά, μαζί με τον Μαγεμένο Αυλό – είδε το φως της ημέρας το 1963 – είναι ο Μαύρος Γάτος, στον οποίο βρέθηκα προ ημερών για πρώτη φορά έπειτα από 30 χρόνια.
Η κυριότερη εντύπωση που μου άφησε αυτή η επίσκεψη είναι ότι η ταβέρνα της δεκαετίας του ’60 δεν γέρασε. Αντίθετα, εξελίχθηκε σε ένα πολύ καλό steakhouse, χωρίς τα φρου-φρου και τα αρώματα των κοσμικών αδελφών του.

Δεν είναι απλώς ένα μαγαζί που αξίζει να επισκεφθείτε. Αν αγαπάτε την Πλατεία Προσκόπων και τη γειτονιά που την περιβάλλει, αξίζει να το έχετε κατά νου κάθε φορά που έχετε διάθεση για ένα καλό κομμάτι κρέας.
Επειδή, όπως προείπα, ξαναβρέθηκα στον Μαύρο Γάτο έπειτα από περίπου 30 χρόνια απουσίας, δεν μπορώ να μιλήσω με λεπτομέρειες για την εξέλιξή του. Μίλησα, όμως, με τον Γιάννη Μάνθο, τον καπετάνιο της κουζίνας, ο οποίος είναι σήμερα συνιδιοκτήτης του μαγαζιού μαζί με τη σύζυγό του, Βασιλική Κολεζόη. Είμαι βέβαιος ότι αυτός είναι ο maestro του καλού κρέατος και του σωστού ψησίματος.

Σε ό,τι αφορά τον χώρο, η εικόνα είναι απλή και αποτελεί συνέχεια της παράδοσης των παλιών, κλασικών ταβερνών, με μια ελαφριά αστικοποίηση. Τα τραπεζάκια έξω τα βρίσκω πιο ενδιαφέροντα, όταν το επιτρέπει ο καιρός, γιατί θυμίζουν μια άλλη εποχή. Ευτυχώς για εμάς, εξακολουθούν να υπάρχουν σε πολλά μαγαζιά της Αθήνας.
Για τη γεύση έχετε ήδη πάρει μια ιδέα από όσα προηγήθηκαν, αξίζει όμως να προσθέσω μερικά ακόμη. Θα σας συμβούλευα, καταρχάς, όχι απλώς να επισκεφθείτε τον Μαύρο Γάτο, αλλά και να μη φύγετε αν δεν δοκιμάσετε το συκώτι και τα παϊδάκια. Εξαιρετικά! Αυτά τα δύο πιάτα ήταν που με έκαναν να αποκαλέσω maestro τον Γιάννη Μάνθο.

Αυτό, φυσικά, δεν σημαίνει ότι υπήρξε κάποιο άλλο πιάτο που παρουσίασε έστω και το παραμικρό πρόβλημα. Αν πρέπει να κάνω μια παρατήρηση, για την οποία δεν ευθύνεται ο Μαύρος Γάτος, αλλά το ίδιο το ζώο από το οποίο προέρχεται το κρέας, είναι ότι το βουβαλίσιο κρέας δεν έχει τη νοστιμιά ούτε του μοσχαριού ούτε του αρνιού.
Όπως συμβαίνει στις περισσότερες ταβέρνες, έτσι κι εδώ, εκτός από την ποικιλία των κρεατικών, υπάρχει μια σειρά από ορεκτικά και σαλάτες, τα οποία είναι, σε γενικές γραμμές, καλοφτιαγμένα.
Προφανώς, λοιπόν, με την πρώτη ευκαιρία θα ξαναπάω. Και, κυρίως, δεν θα περιμένω άλλα τριάντα χρόνια.

