Με φόντο το πευκοδάσος και το ηλιοβασίλεμα στο Βάθυ, ο Γιάννης Μαρινόπουλος υπογράφει ένα μενού δημιουργικής ελληνικής κουζίνας που αναδεικνύει τις τοπικές πρώτες ύλες και τη γαστρονομική παράδοση της Θάσου
Το Vathi Cove Luxury Resort and Spa είναι ένα πολυτελές ξενοδοχείο στη βόρεια Θάσο, στον όρμο του Βάθυ, καλά κρυμμένο ανάμεσα σε ένα πυκνό πευκόδασος, τα δέντρα του οποίου αγγίζουν την θάλασσα.
Ο κύριος Γαλάνης, γνωστός Θάσιος επιχειρηματίας, δημιούργησε έναν υπέροχο χώρο, συνυφασμένο με την cozy, κομψή και όχι βαριά πολυτέλεια αλλά και παράλληλα φτιαγμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζει άνεση και ιδιωτικότητα, προσεγγίζοντας τον ορισμό του slow living, πάντα με στυλ.

Όπως επιβάλλεται σε ανάλογου βεληνεκούς ξενοδοχεία, στο δεύτερο όροφο και σε μια βεράντα με υπέροχη θέα, στεγάζεται το Veranda Restaurant. Το εστιατόριο απευθύνεται κυρίως σε ενοίκους του ξενοδοχείου που θέλουν να ζήσουν μια ολοκληρωμένη εμπειρία διαμονής, συνδυάζοντας καλό φαγητό με την θέα στα σμαραγδένια νερά του όρμου και το με τον ήλιο να βουτάει στη θάλασσα κατά τη δύση του. Ωστόσο, είναι ανοιχτό και σε εξωτερικούς επισκέπτες, οι οποίοι θέλουν να κάνουν ένα πιο ιδιαίτερο δείπνο και να δοκιμάσουν μια διαφορετική πρόταση δημιουργικής ελληνικής κουζίνας.
Φέτος, το ρόλο του executive chef έχει αναλάβει ο Γιάννης Μαρινόπουλος , γνωστός για την μέχρι πρότινος πορεία του στο The Lost Sheep, στο Λιμένα Θάσου. Η παρουσία του Γιάννη Μαρινόπουλου και η εμμονή του στην ενασχόληση με την ελληνική κουζίνα, αποτελεί εχέγγυο ποιότητας και αποτέλεσε – η αλήθεια είναι – και το λόγο για τον οποίο αποφασίσαμε να εντάξουμε το Veranda Restaurant στις φετινές μας επισκέψεις, μιας και αποφεύγουμε να επισκεπτόμαστε εστιατόρια ξενοδοχείων που απαιτούν υψηλό κασέ, για τον εξής απλό λόγο: τα αποφεύγει η συντριπτική πλειονότητα των ντόπιων επισκεπτών.

Το μενού είναι, σχεδόν, ολόκληρο αφιερωμένο στην ελληνική κουζίνα: από τον κανόνα εξαιρείται μόνο το ceviche και το tartare μόσχου καθώς και 2 βοδινές κοπές. Το ύφος με το οποίο παρουσιάζει τα πιάτα του ο executive chef Γιάννης Μαρινόπουλος είναι fine comfort. Η κουζίνα του στηρίζεται σε τρεις πυλώνες: εμμονή στην τεχνική, έντονες, γεμάτες γεύσεις και προσήλωση στην ανάδειξη της τοπικής κουζίνας του νησιού με την χρήση ντόπιων πρώτων υλών.
Το μενού δεν παρουσιάζει δυσνόητα πιάτα τα οποία σκοπεύουν να εντυπωσιάσουν τον επισκέπτη όταν το διαβάσει: με μια πρώτη ματιά, τα πιο ιδιαίτερα που ξεχώρισα και παρουσιάζουν και μια πρωτοτυπία, ήταν το κεμπάπ του σεφ με γλάσο από γλυκιά σάλτσα σόγιας, πατάτες baby και μελιτζάνα με κρέμα από γιαούρτι και το κανελόνι του σεφ σε παραλλαγή surf and turf με μαδητό μοσχαράκι και καραβίδα.

Αντιθέτως, στόχος του Γιάννη Μαρινόπουλου είναι να παρουσιάσει εμβληματικά πιάτα της ελληνικής αστικής κουζίνας, μέσω των οποίων θα συστήσει τις ντόπιες εποχικές πρώτες ύλες και την Θασιακή κουζίνα στον κόσμο.
Πιάτα που σίγουρα θα μαγνητίσουν το βλέμμα των ξένων επισκεπτών που λατρεύουν την ελληνική κουζίνα, είναι η αστακομακαρονάδα, η ψαρόσουπα του Άγγελου με γιουβαρλάκια θαλασσινών, το γεμιστό καλαμάρι σχάρας με ελληνικά τυριά και πιπεριές σε σάλτσα κακαβιάς, το ψητό χταπόδι με πίκλες από γίγαντες Πρεσπών, ταραμά και κρίταμο και το φαγκρί μαγειρεμένο με τρόπο αγιορείτικο.

Κατά την επίσκεψή μου, μιας και ήταν η πρώτη φορά που γευμάτισα στο συγκεκριμένο εστιατόριο, δοκίμασα αρκετά πιάτα για να αποκτήσω μια σφαιρική άποψη της κουζίνας. Λίγο η εγγύτητα του Veranda Restaurant με το πευκόδασος και την ηρεμία που αποπνέει και αρκετά περισσότερο η μαγική θέα με το ηλιοβασίλεμα στο πιάτο άλλωστε, έκαναν την ώρα να περάσει αβίαστα.
Την αρχή έκανε μια καλοφτιαγμένη φέτα focaccia με έναν βελούδινο στη υφή και πολύ πληθωρικό στη γεύση ταραμά με λάδι από σκουμπρί, chili και αυγοτάραχο μαζί με ένα καλαθάκι γεμάτο από διαφορετικά ψωμιά, τα οποία είχαν όλα μια κοινή συνισταμένη: ήταν εξαιρετικά. Ξεχώρισα την φανταστική focaccia και ένα υπέροχο παξιμάδι με ντομάτα και διάφορα βότανα και σπόρους.

Στη συνέχεια, το φαγκρί ceviche ήταν εξαιρετικό, βάζοντας σοβαρή υποψηφιότητα για το καλύτερο που έχω δοκιμάσει μέχρι στιγμής μέσα στο 2026. Έντονα αρωματικό και γευστικό, με εκρηκτικά αρώματα φράουλας, εσπεριδοειδών και πιπεριών και τραγανό όσο πρέπει, χωρίς να έχει χάσει την γυαλάδα του, ήταν αψεγάδιαστο.
Το ταρτάρ από νεαρό μοσχάρι με κρέμα αρσενικού Νάξου ήταν επίσης τεχνικά άψογο, καλοκομμένο, δροσερό και ισορροπημένο, ενώ συνοδευόταν από τραγανές τηγανητές πατάτες κομμένες στο χέρι με ωραία κρούστα και μια βελούδινη, αέρινη μαγιονέζα. Η ψαρόσουπα του Άγγελου με γιουβαρλάκια θαλασσινών ήταν επίσης εξαιρετική και βαθιά νόστιμη: ένας υπέροχος, πηχτός και έντονα γευστικός ψαροζωμός με κρόκο Κοζάνης, με γιουβαρλάκι από κιμά θαλασσινών καλοδεμένο και πολύ νόστιμο.

Τέλος, το κανελόνι του σεφ, έφτασε βρασμένο al dente με ψίχα από καλομαγειρεμένο μοσχάρι που έλιωνε στο στόμα και κομμάτια τραγανής καραβιδόψιχας, πάνω σε μια έντονη και γευστική demi – glass βοδινού. Το πιάτο συνόδευσε ένα cremeux τρούφας, αφράτο και αρωματικό όσο έπρεπε για να μην καλύψει το πιάτο.
Στα γλυκά ή blackforest “Vathi Cove” έκλεψε τις εντυπώσεις με την εμφάνιση δάσους, αλλά η γεύση και η ένταση της τάρτας λεμονιού κινήθηκαν στα ανώτατα επίπεδα νοστιμιάς και ποιότητας. Πολύπλοκη στην κατασκευή αλλά και στην γεύση, αποτελείται από κρέμα ζαχαροπλαστικής αρωματισμένης με λεμόνι πάνω σε μια τάρτα σπασμένη, με τζελ από χυμό εσπεριδοειδών και σιρόπι από φλούδες λεμονιών ποσαρισμένων, φιλέτα λεμονιού, πορτοκαλιού, lime και κόκκινου γκρέιπφρουτ περασμένα από σιρόπι, πάνω στα οποία έχει πασπαλιστεί πούδρα δυόσμου.

Γνωρίζω πολλά χρόνια τον chef Γιάννη Μαρινόπουλο, εκτιμώ πολύ την “αθόρυβη” δουλειά που κάνει στο νησί προάγοντας την τοπική κουζίνα και τα υλικά της Θάσου και έχω μεγάλη εμπιστοσύνη στις ικανότητές του. Όταν ενημερώθηκα για την αποχώρηση του από το Lost Sheep και διάλεξε το Vathi Cove ως επόμενος σταθμός στην καριέρα του, του εξέφρασα τις ανησυχίες μου που έφυγε από το κέντρο του νησιού για να “στήσει” ένα μενού σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο. Η προσπάθεια που καταβάλει πραγματικά τον δικαιώνει και θεωρώ πως είναι και η καλύτερη μέχρι στιγμής!
Έχοντας πλέον την άνεση που προσφέρει η ποιοτική πελατεία του Vathi Cove και χρησιμοποιώντας αφενός ολόφρεσκο ψάρι και κρέας και αφετέρου πολλά υλικά σε ζύμωση που παράγει καθημερινά με την ομάδα του στο εργαστήριο, παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη πρόταση δημιουργικής ελληνικής κουζίνας, η οποία μπορεί να λειτουργήσει και εκπαιδευτικά για όποιον ντόπιο θελήσει να δει κάτι διαφορετικό, καθώς η κουζίνα του είναι απόλυτα κατανοητή.

