Ο προσωκρατικός φιλόσοφος Ηράκλειτος το διατύπωσε εύστοχα: με το πέρασμα του χρόνου, τα πάντα αλλάζουν και τίποτα δεν μένει σταθερό. Από αυτόν τον κανόνα, κανείς δεν ξεφεύγει. Φυσικά, ούτε και το κρασί. Οι αλλαγές του 21ου αιώνα καθιστούν το θέμα περισσότερο επίκαιρο από ποτέ. Ίσως, λοιπόν, ήρθε η ώρα να πούμε δύο λόγια
Μπορεί ο οίνος να είναι δώρο της αμπέλου και να «ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου», όμως τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι όλο και λιγότεροι τον επιλέγουν, ενώ ακόμη και όσοι δεν τον εγκαταλείπουν περιορίζουν την κατανάλωσή του. Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, τα στοιχεία είναι κάπως καλύτερα.

Το 2025 παρατηρείται μια μικρή αύξηση στον όγκο των πωλήσεων σε σχέση με το 2024, συνοδευόμενη, όμως, από μια ελαφρά μείωση του τζίρου, της τάξης του 1%. Κατά καιρούς, δημοσιεύονται άρθρα που εκφράζουν απόψεις για την πορεία και το μέλλον του ελληνικού κρασιού, αλλά και του κρασιού γενικότερα.
Είναι προφανές ότι η πολιτική αστάθεια των τελευταίων ετών, οι πόλεμοι στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, η αύξηση του κόστους ζωής και η φτωχοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού των δυτικών χωρών που διαθέτουν και τη μεγαλύτερη καταναλωτική δύναμη, αποτελούν βασικές αιτίες της μείωσης της κατανάλωσης. Παρά το γεγονός ότι όσα ακολουθούν ισχύουν, σε γενικές γραμμές, για τη διεθνή αγορά, θα περιοριστούμε στην ελληνική πραγματικότητα, για λόγους ευκολίας και καλύτερης κατανόησης.

Αυτό που προσωπικά μου κάνει εντύπωση είναι ότι, διαβάζοντας την πλούσια αρθρογραφία γύρω από το κρασί, διαπιστώνουμε πως ένα μεγάλο μέρος της αφιερώνεται στο ποιο κρασί ταιριάζει με ποιο φαγητό, σε παρουσιάσεις ετικετών και σε εγκωμιαστικά άρθρα για τους δέκα ή δεκαπέντε παραγωγούς που είναι γνωστοί στο ευρύ κοινό.
Το γιατί θεωρούμε αυτή τη μονοδιάστατη ελληνική δημοσιογραφία προβληματική δεν χρειάζεται πολλές εξηγήσεις. Αρκεί να διαβάσουμε αντίστοιχα άρθρα από χώρες με βαθιά οινική παράδοση για να αντιληφθούμε τη διαφορά. Το θέμα μας, όμως, δεν είναι η ποιότητα της σχετικής δημοσιογραφίας. Είναι κάτι άλλο. Μέχρι σήμερα, δεν έχει υποπέσει στην αντίληψή μου ούτε ένα άρθρο που να κρούει πραγματικά τον κώδωνα του κινδύνου για το μέλλον της οινοπαραγωγής, τόσο της ελληνικής όσο και της παγκόσμιας.

Το κρασί είναι, κατά κύριο λόγο, συνοδευτικό του φαγητού και συμπληρωματικό στοιχείο της γευστικής απόλαυσης. Συνεπώς, οποιαδήποτε αλλαγή στις διατροφικές συνήθειες μιας κοινωνίας επηρεάζει αναπόφευκτα τόσο την κατανάλωση όσο και τον τύπο του κρασιού που επιλέγεται.
Έχοντας συμπληρώσει περισσότερα από πενήντα χρόνια ενασχόλησης με τον χώρο της γεύσης και πάνω από σαράντα χρόνια στενής σχέσης με το κρασί, θα ήθελα να καταθέσω ορισμένες σκέψεις και ερωτήματα, τα οποία πιστεύω ότι χρήζουν απάντησης.
Μέχρι πριν από σαράντα ή πενήντα χρόνια, σε κάθε τραπέζι, παρεΐστικο, ψυχαγωγικό ή επίσημο, υπήρχε πάντα το κρασί. Από το «καρτούτσο» των ταβερνιάρηδων μιας άλλης εποχής μέχρι μια εμφιαλωμένη ετικέτα ανάλογη με την περίσταση. Ο μοναδικός σοβαρός ανταγωνιστής του ήταν το τσίπουρο ή το ούζο. Και τότε, η συντριπτική πλειονότητα των πιάτων που έβρισκαν θέση στο τραπέζι ήταν, σχεδόν εξ ορισμού, συμβατά με το κρασί.
Από τότε, πέρασαν πολλά χρόνια και, όπως είπε ο Ηράκλειτος, «τα πάντα ρει». Μαζί με όλα τα άλλα, άλλαξαν και οι διατροφικές συνήθειες, αλλά και οι αντιλήψεις για το τι αποτελεί ιδανικό συνοδευτικό του φαγητού.

Δεν θα σταματήσω ποτέ να απορώ, και να θεωρώ θλιβερή, την εικόνα νεαρών, κυρίως, πελατών που συνοδεύουν το γεύμα τους με Coca-Cola σε εστιατόρια διεθνώς βραβευμένα. Αυτό δεν αποτελεί απλώς καμπανάκι κινδύνου για το κρασί. Είναι κανονιοβολισμός μεγάλου διαμετρήματος. Η απειλή, όμως, δεν περιορίζεται εκεί.
Η φτωχοποίηση μεγάλων κοινωνικών στρωμάτων κάθε άλλο παρά ευνοεί την κατανάλωση κρασιού. Παράλληλα, η ίδια αιτία έχει οδηγήσει πολλούς, κυρίως νέους, τους αυριανούς καταναλωτές, να αποτελούν τη βασική πελατεία των street food καταστημάτων και των all day χώρων, των οποίων οι προτάσεις ελάχιστα ευνοούν την παρουσία του κρασιού.
Κάποιοι θα ισχυριστούν ότι μεγάλο μέρος της κατανάλωσης γίνεται στο σπίτι, στο οικογενειακό τραπέζι. Μακάρι να ήταν έτσι. Δυστυχώς, τόσο το οικογενειακό τραπέζι όσο και το καθημερινό μαγειρεμένο φαγητό αποτελούν συνήθειες που σταδιακά υποχωρούν. Το κρασί ως συνοδευτικό του φαγητού στο σπίτι τείνει να γίνει σπάνιο είδος.

Γνωρίζω ότι αρκετοί θα θεωρήσουν τις παραπάνω διαπιστώσεις υπερβολικές ή καταστροφικές. Αν πράγματι συμβαίνει αυτό, λυπάμαι. Για κάθε άποψη, όμως, υπάρχει και ο αντίλογος και θα ήθελα πραγματικά να τον ακούσω. Φοβάμαι, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα δεν είναι πολλά.
Θα ήθελα αυτό το άρθρο να αποτελέσει αφορμή για μια σοβαρή συζήτηση σχετικά με το μέλλον του ελληνικού κρασιού. Το κρασί θα εξακολουθήσει να υπάρχει, ακόμη και αν οι πωλήσεις μειωθούν. Το κρίσιμο ζήτημα είναι τι πρέπει να κάνουμε ώστε η Ελλάδα να διατηρήσει ή και να αυξήσει το μερίδιο που της αναλογεί σε μια μικρότερη αγορά.
Και αυτό όχι μόνο για ιστορικούς λόγους, αλλά επειδή ο ελληνικός αμπελώνας διαθέτει εξαιρετικές ποικιλίες και μπορεί να προτείνει στην παγκόσμια αγορά κρασιά με μοναδικά χαρακτηριστικά.
Οι απειλές για το κρασί, όμως, δεν σταματούν εδώ. Θα επανέλθουμε εν καιρώ.

