Μια αυθεντική ελληνική ταβέρνα στα Ιλίσια, με εξαιρετικό κρέας, παραδοσιακά μαγειρευτά και ατμόσφαιρα που θυμίζει ορεινό χωριό
Καλό παϊδάκι στο κέντρο της Αθήνας υπάρχει; Σίγουρα υπάρχει!
Μόνο έτσι θα μπορούσα να ξεκινήσω το άρθρο μου για να σας παρουσιάσω την Ταβέρνα του Αορίτη στα Ιλίσσια.
Σε έναν παράδρομο της Μιχαλακοπούλου και δίπλα στον εμβληματικό Βλάσση, η ομάδα του Tsiftis Gastrokoutouki + εδώ και δυόμισι χρόνια «τρέχει» μια ταβέρνα που σε ταξιδεύει στα ελληνικά βουνά.

Λόγω της Ηπειρώτικης καταγωγής μου αλλά και της μεγάλης μου αγάπης για τη λεβεντομάνα Κρήτη που δεν έχω αφήσει γωνιά της ανεξερεύνητη, η Ταβέρνα του Αορίτη με γυρίζει πίσω στο χρόνο από την πρώτη στιγμή που περνάω το κατώφλι της.
Αυτό το ατμοσφαιρικό και γεμάτο νοσταλγία νεο-ταβερνάκι θα σας θυμίσει γνήσια ταβέρνα χωριού, κάτι από καφενείο – ψησταριά, μπορεί και λίγο επαρχιακή μπακαλοταβέρνα των 80s ή και μια εξοχική ταβέρνα ελληνικής κουζίνας – γιατί όχι – στις Βαυαρικές Άλπεις.

Στο τελευταίο, εύλογα θα αναρωτηθείτε αν έχω χάσει το μυαλό μου, αλλά δεν πάνε πολλά χρόνια από ένα ταξίδι μου στο Garmisch – Paterkirchen όπου τα παραδοσιακά εστιατόρια της περιοχής με τα καρώ τραπεζομάντηλα, τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες που απεικόνιζαν τη βουνίσια καθημερινότητα και τα διακοσμητικά αντικείμενα λαογραφικής τέχνης έκλεβαν τις εντυπώσεις!
Σήμερα, στην οδό Μαιάνδρου, μια ανάσα από το μετρό Μέγαρο Μουσικής και ανάμεσα σε ξενοδοχεία της περιοχής, ο Αορίτης υπενθυμίζει στους ντόπιους πως η ελληνική παραδοσιακή κουζίνα «κατέβηκε από τα βουνά» αλλά εισαγάγει και τους διεθνείς επισκέπτες σε αυτή με τον πιο γνήσιο, θεατρικό τρόπο.
Η ατμοσφαιρικότητα του χώρου λειτουργεί ιδανικά για αυτό το ταξίδι μνήμης είτε στην Κρήτη είτε στην ορεινή Ελλάδα.

Ο Σήφης Μανουσέλης, λόγω της Κρητικής του καταγωγής, ήθελε να αναβιώσει τις παιδικές του γαστρονομικές μνήμες μέσα στον αστικό ιστό. Μαζί με τον Μπάμπη Καζανά και τον νεαρό Γιώργο Φουντουλάκη στην ηγεσία της κουζίνας, έφεραν τον Αορίτη στην πόλη.
Έτσι, ο επισκέπτης απολαμβάνει ελληνική φιλοξενία σε ένα περιβάλλον που θυμίζει παλιό κρητικό σπίτι, με οικειότητα και νοσταλγική διάθεση. Συμπληρωματικά με το πρόσημο της κουζίνας του Αορίτη, δεν θα φύγει απογοητευμένος από αυτό το ταξίδι μνήμης που παίζει ισότιμα με τη γεύση.

Όσο για το μενού του Αορίτη, είναι περιεκτικό και αντιπροσωπεύει επάξια την ελληνική κουζίνα, είτε στα ορεκτικά είτε στα μαγειρευτά και στα πιάτα που προέρχονται από τα κάρβουνα.
Ξεχωρίζω τους τηγανιτούς γίγαντες με χόρτα εποχής και σκορδαλιά ντομάτας, τα καλά βρασμένα και πολύ νόστιμα χόρτα που το ξύσμα λεμονιού, σε συνδυασμό με το ελαιόλαδο, τα αναβαθμίζει, αλλά και την τυροκαυτερή με τραγανό φύλλο και θυμαρίσιο μέλι που όμοιά της δεν θα βρείτε αλλού.
Και επειδή είμαστε σε ταβέρνα, επιβάλλεται να δοκιμάσουμε και την πατάτα τηγανητή.

Η εισαγωγή στο γευστικό ταξίδι του Αορίτη δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει τόσο αρμονικά αν δεν υπήρχαν καλές πρώτες ύλες, καθαρό και αγνό λάδι, αλλά και μεράκι από την ομάδα της ανοιχτής κουζίνας που δεν θυμίζει σε τίποτα περιβάλλον ταβέρνας αλλά μικρού γαστρονομικού παιχνιδότοπου – με την καλή έννοια.
Παρατηρώ τα μέλη της ομάδας του Φουντουλάκη, προσηλωμένα το καθένα στο ρόλο του, ήσυχα, να συνεργάζονται αρμονικά και να επικοινωνούν με τα μάτια. Πολύ σημαντικό για μια ανοιχτή κουζίνα μιας ταβέρνας. Δεν είναι μια αποστειρωμένη ανοιχτή κουζίνα και δεν κάνει «μόστρα» στον επισκέπτη.

Η ομάδα της σάλας, από την άλλη, βοηθά πολύ στο να χαλαρώσεις και να μπεις στον οικείο ρυθμό της ταβέρνας. Τα ελαφρολαϊκά και η έντεχνη ελληνική μουσική αναβαθμίζουν την εμπειρία και ο Αορίτης ετοιμάζεται να σε κάνει να αρχίσεις τις τσικουδιές.
Στα κυρίως πιάτα κυριαρχεί το κρέας και τα παράγωγά του. Το λουκάνικο είναι χειροποίητο με πράσο και πορτοκάλι, αρωματικό, στεγνό και όχι βαρύ ή υπερβολικά λιπαρό.
Το χοιρινό κοντοσούβλι είναι ήπιο σε καρυκεύματα και ο χαρακτήρας του δεν επισκιάζεται. Τραγανό εξωτερικά, με λίγο λιπάκι, όσο πρέπει, με τα αρώματα της φωτιάς να ολοκληρώνουν ένα παραδοσιακό ψήσιμο που οφείλεται στην ποιότητα της πρώτης ύλης αλλά και στη σωστή τεχνική του έμπειρου μάγειρα που το προετοιμάζει!

Επιβάλλεται να δοκιμάσετε την κροκέτα κουνέλι σε σάλτσα στιφάδου, ένα πιάτο που το ολοκληρωμένο του προφίλ αφήνει τη σφραγίδα του παραδοσιακού μας στιφάδου.
Ο κόκορας παστιτσάδα είναι όντως κόκορας – το αναφέρω γιατί είναι ένα πιάτο που σε άλλα εστιατόρια το έχουμε δει με κοτόπουλο ή με κοκοράκι από τα «ξένα» και μας θεωρούν χαζούς όταν «γκρινιάζουμε» – και συνοδεύεται με παπαρδέλες ή πουρέ πατάτας και φρέσκια ξινομυζήθρα.
Εδώ, θα κάνω μια παύση, διότι ο κόκορας είναι πολύ νόστιμα μαγειρεμένος, αλλά αδικείται πολύ δίπλα στις υπερβολικά σκληρές παπαρδέλες. Προτιμήστε τον με τον πουρέ πατάτας, είναι τέλειος! Πλούσια σύνθεση και βελούδινη υφή, βουτυράτος, όχι αλμυρός και χωρίς περιττές παρεμβάσεις.

Από την άλλη, έχουμε και ένα μοσχαράκι κοκκινιστό, γιουβέτσι, εξίσου πολύ νόστιμο στη σάρκα του και τρυφερό, να λιώνει το κρέας σε κάθε μπουκιά, να ισορροπεί με τα μπαχαρικά αλλά με το κριθαράκι να «χάνεται» στη σαλτσούλα του.
Αυτά τα δύο πιάτα, αντιπροσωπευτικά της ελληνικής παραδοσιακής κουζίνας, είναι πολύ νόστιμα ως προς την πρώτη ύλη κρέατος αλλά και το δέσιμο της σάλτσας τους. Απλά χρειάζεται μια μικρή βελτίωση στη σύνθεσή τους με το εκάστοτε ζυμαρικό.

Και επιστρέφοντας στην εισαγωγή μου, ναι, στην Ταβέρνα του Αορίτη θα πάτε για επικό, αρνίσιο παϊδάκι! Θα πέσετε με τα μούτρα στο καλοψημένο κοψίδι, πάρτε και την πατατούλα τηγανητή που ανέφερα παραπάνω και θα με ευχαριστήσετε που δεν χρειάστηκε να κάνετε χιλιόμετρα ως τη Χασιά ή τα Βλάχικα – ή όπου αλλού εκτός κέντρου – για να απολαύσετε αυτό το λουκούλλειο πιάτο!
Και αν στην επαρχία οι ταβερνιάρηδες έχουν σε απόσταση αναπνοής τα ζώα που οι ίδιοι εκτρέφουν, ο Αορίτης της Μαιάνδρου έχει βρει τον τρόπο να σας προσφέρει μια αντίστοιχη ποιοτική εμπειρία μέσω της εξαιρετικής πρώτης ύλης και του σωστού ψησίματος.

Αλλά και στα επιδόρπια το επίπεδο είναι υψηλό και οι παραδοσιακές επιλογές είναι πληθωρικές. Η πορτοκαλόπιτα εντυπωσιάζει: ζουμερή, αρωματική, με έντονο χαρακτήρα εσπεριδοειδών και σωστά μετρημένο σιρόπιασμα, με τη mousse γιαουρτιού με λευκή σοκολάτα να προσδίδει δροσιά και φίνα επίγευση.
Στην Ταβέρνα του Αορίτη ο επισκέπτης μπορεί να βρει, ανάμεσα στις οινικές επιλογές σε φιάλη και ποτήρι, τσίπουρα, μπυράκια και ρακές όπως τη Μινώταυρος αλλά και τη 35Ν του ομώνυμου Κρητικού Distillery.

Αν ενδιαφέρεστε για μια οικεία ελληνική κουζίνα χωρίς εξεζητημένες τεχνικές ή γαστρονομικούς εντυπωσιασμούς, η Ταβέρνα του Αορίτη αξίζει την επίσκεψή σας.
Είτε για τα παϊδάκια είτε για τα παραδοσιακά μαγειρευτά, το ενδιαφέρον βρίσκεται σε μια κουζίνα που στηρίζεται σε πολύ καλές πρώτες ύλες.
*Σε πολλά πιάτα οι μερίδες είναι ενδεικτικές και ακολουθούν τη φιλοσοφία μενού γευσιγνωσίας για τις ανάγκες της παρουσίασης

