Το εστιατόριο Παλαιά Πόλις είναι σε σταθερή ανοδική πορεία, με βαθιά ριζωμένη γαστρονομική ταυτότητα
Στην όμορφη και γραφική συνοικία της παλιάς πόλης, στην καρδιά της Ξάνθης, συναντά κανείς το εστιατόριο “Παλαιά Πόλις”. Η ιστορία του κτιρίου στο οποίο στεγάζεται είναι από μόνη της συναρπαστική, καθώς χρονολογείται από τις αρχές του 20ού αιώνα, όπως άλλωστε και το μεγαλύτερο μέρος της συνοικίας. Αρχικά αποτέλεσε κατοικία κάποιου καπνέμπορα, ενώ την περίοδο 1940 – 44 περιήλθε στην κατοχή της βουλγαρικής Οχράνα και λειτούργησε ως κρατητήριο.

Το 2002 η Ελένη και ο Νίκος Κηπουρός, οι σημερινοί ιδιοκτήτες, ξεκίνησαν να το λειτουργούν ως παραδοσιακή ταβέρνα – μεζεδοπωλείο. Το 2022 αποφάσισαν να αλλάξουν επίπεδο και ύφος ανακαινιζοντας το πλήρως και περνώντας δυναμικά στην εστιατορική σκηνή. Η ανακαίνιση πραγματοποιήθηκε με απόλυτο σεβασμό στην αρχική αρχιτεκτονική ταυτότητα του κτιρίου, παντρεύοντας αρμονικά το ξύλο με την πέτρα και τα vintage στοιχεία.
Το αποτέλεσμα είναι ένας καλαίσθητος χώρος που σε κερδίζει από την πρώτη στιγμή με τη ζεστασιά και το αίσθημα φιλοξενίας που αποπνέει.

Μπαίνοντας στο εστιατόριο, το βλέμμα πέφτει στον εντυπωσιακό συντηρητή κρασιών που καταλαμβάνει ολόκληρο τον τοίχο, ενώ στα δεξιά δεσπόζει το πέτρινο, ημιυπόγειο κελάρι, το οποίο φιλοξενεί χιλιάδες φιάλες από την Ελλάδα και όλο τον κόσμο.
Στα αριστερά, στο δεύτερο επίπεδο, βρίσκεται η κύρια σάλα του εστιατορίου και στη συνέχεια ένας χώρος που το καλοκαίρι λειτουργεί ως αυλή, ενώ τον χειμώνα, με κλειστή οροφή, μετατρέπεται σε δεύτερο σαλόνι.
Αξίζει να αναφερθεί και η ατμοσφαιρική «κρυμμένη» αίθουσα, ντυμένη με πέτρα και ξύλο, που θυμίζει παλιό σαλόνι και λειτουργεί ως ιδιωτικός χώρος για μικρές εκδηλώσεις.

Η κουζίνα κινείται στον άξονα της παραδοσιακής Ελληνικής και Ανατολίτικης γαστρονομίας, με πιάτα που σε ορισμένες περιπτώσεις παρουσιάζονται με μια, διακριτικά, σύγχρονη προσέγγιση, πάντα με σεβασμό στην παράδοση.
Στο τιμόνι της κουζίνας βρίσκεται ο chef Παναγιώτης Σιδηρόπουλος, με σημαντική εμπειρία σε κουζίνες υψηλού επιπέδου, όπως το Tudor Hall, όπου εργάστηκε δίπλα στον Σωτήρη Ευαγγέλου. Στο μενού αξιοποιεί παραδοσιακές Θρακιώτικες συνταγές, αλλά και πιάτα Ποντιακής και Μικρασιατικής καταγωγής, όπως τα βαρένικα, ο τζιγεροσαρμάς και άλλα.

Πιάτα όπως το παραδοσιακό κασέρι Ξάνθης, ο γκιουσλεμές, τα γιαπράκια, ο ξανθιώτικος καβουρμάς σε πίτα και η πατσάγκα με παστουρμά αντλούν την έμπνευσή τους από τη γαστρονομική ιστορία της περιοχής.
Στα κυρίως ξεχωρίζουν επιλογές όπως το χουνκιάρ μπεγεντί, το ισκεντέρ κεμπάπ, το γιαουρτλού κεμπάπ και το ατζέμ πιλάφ. Παράλληλα, υπάρχουν αρκετές κλασικές επιλογές με ψάρι, ενώ ο κατάλογος περιλαμβάνει και premium βοδινές κοπές, όπως wagyu Ιαπωνίας, ribeye Αμερικής και Αργεντινής, μεταξύ άλλων.

Κατά την επίσκεψή μου δοκίμασα ένα νέο πιάτο του μενού: ταρτάρ μόσχου με πουρέ κρεμμυδιού, σουσάμι και καπνιστή πάπρικα. Το κρέας ήταν σωστά κομμένο, γευστικό και έντονο, ενώ ιδιαίτερη μνεία αξίζει ο πρωτότυπος τρόπος σερβιρίσματος, σε μορφή κεμπάπ.
Πολύ ενδιαφέρον ήταν και το κασέρι Ξάνθης τυλιγμένο σε φύλλο κουρκουμά, ψημένο στη σχάρα και σερβιρισμένο με φιλέ αμυγδάλου, σταφίδες και ψημένα ροδάκινα, ένα πιάτο με βάθος και πολυπλοκότητα.

Ο Ξανθιώτικος καβουρμάς, σε τραγανή ανοιχτή πίτα με μελάτο αυγό, ήταν εξαιρετικός: όλα τα στοιχεία σε απόλυτη ισορροπία, με το φύλλο τραγανό, το αυγό να δένει ιδανικά με το κρέας που έλιωνε στο πιρούνι και την πιπεριά Φλωρίνης.
Τα βαρένικα ήταν ελαφρώς πιο βρασμένα απ’ όσο θα τα προτιμούσα και η γέμισή τους σχετικά αραιή, ωστόσο η όξινη κρέμα τυριού που τα συνόδευε λειτουργούσε εξισορροπητικά.
Στα κυρίως, το χουνκιάρ μπεγεντί ξεχώρισε για τον βελούδινο, καλοδεμένο πουρέ και το μοσχαράκι που έλιωνε στο στόμα.

Το ισκεντέρ κεμπάπ, βαθιάς νοστιμιάς, μου θύμισε από τα καλύτερα δείγματα του είδους που έχω δοκιμάσει στην Κωνσταντινούπολη: υποδειγματικά, λεπτά, κομμένα μοσχαρίσια φιλετάκια, μαριναρισμένα με κύμινο, έντονη γεύση, πλούσια σάλτσα πιπεριάς και ντομάτας και μια ανάλαφρη μους γιαουρτιού που πρόσθεσε την απαραίτητη οξύτητα και δροσιά. Θα έκανα ξανά τον δρόμο μόνο και μόνο για αυτό το πιάτο.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει η λίστα κρασιών, επιμελημένη από τον Κωνσταντίνο Λαζαράκη MW. Το κελάρι είναι εντυπωσιακά πλούσιο, προσφέροντας αμέτρητες επιλογές τόσο από τον Ελληνικό αμπελώνα, σε παλιές και νεότερες χρονιές, όσο και από εισαγόμενες ετικέτες από’ όλο τον κόσμο, σε τιμές σπάνια προσιτές.

Γνώρισα το Παλαιά Πόλις το 2023, λίγο μετά τη μετάβασή του στη νέα του μορφή, και από τότε το επισκέφθηκα αρκετές φορές. Σήμερα μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι, με τον Παναγιώτη Σιδηρόπουλο στο τιμόνι της κουζίνας, βρέθηκε το τελευταίο κομμάτι του παζλ: σαφής στόχευση και ξεκάθαρη κατεύθυνση.
Το Παλαιά Πόλις βρίσκεται σε σταθερή τροχιά ανόδου και διανύει την καλύτερή του φάση ως εστιατόριο. Είναι από εκείνα τα μαγαζιά που θέλουμε να βλέπουμε στην επαρχία, καθώς ανεβάζουν ουσιαστικά το ποιοτικό επίπεδο της τοπικής γαστρονομίας.