Απέναντι από τις επικλινείς, απότομες πλαγιές του Μετσόβου και του Ανηλίου, σκαρφαλωμένο στα 1350 μέτρα, στέκεται το Grand Forest, ένα ξενοδοχείο 5 αστέρων που, εκτός των άλλων, ανήκει στην ακριβοθώρητη κοινότητα των Leading Hotels of the World.
Φτιαγμένο από ξύλο και πέτρα, μοιάζει σαν κομμάτι του δάσους μέσα στο οποίο βρίσκεται, χωρίς να ενοχλεί με την αισθητική του, θυμίζοντας εξωτερικά παλιό πέτρινο παραδοσιακό αρχοντικό της Ηπείρου, ενώ από το εσωτερικό του δεν λείπουν η άνεση, η πολυτέλεια και η αρχοντιά που δίνει το ξύλο αλλά και οι μεγάλοι και ζεστοί χώροι. Εξοπλισμένο με πληθώρα εγκαταστάσεων και ανέσεων, αποτελεί έναν ιδανικό προορισμό για όσους αναζητούν διάλειμμα από την καθημερινότητα της πόλης ή επιθυμούν να περάσουν χρόνο κρυμμένοι στην πολυτελή ιδιωτικότητα, που εξασφαλίζουν οι εγκαταστάσεις του. Αναντίρρητα, καθηλωτική η θέα από την πισίνα υπερχείλισης με θέα τις χιονισμένες βουνοκορφές του Σμόλικα και το Μέτσοβο, αλλά και από όλα τα σημεία θέας του ξενοδοχείου.
Ο λόγος όμως της επίσκεψής μου δεν ήταν άλλος από το εστιατόριο που λειτουργεί στον 3ο όροφο του ξενοδοχείου, το 1350 Μ. Εδώ, το μενού υπογράφουν ο consultant chef Γκίκας Ξενάκης με τον Μετσοβίτη executive chef Βασίλη Γιαννούλη, ο οποίος καθημερινά βρίσκεται στην κουζίνα και μαγειρεύει. Θα περίμενε κάποιος ο χώρος να είναι πολυτελής και να παραπέμπει σε fine dining εστιατόριο αλλά σίγουρα αυτό θα ήταν παράταιρο με το γενικότερο σύνολο του ξενοδοχείου, το οποίο είναι υπερσύγχρονο αλλά με παραδοσιακή καρδιά. Η ατμόσφαιρα της μεγάλης σάλας του εστιατορίου είναι μοντέρνα αλλά λιτή και διανθισμένη με παραδοσιακές πινελιές όπως τα παραδοσιακά τραπεζομάντιλα με την κόκκινη μπορντούρα, τα λευκά κεριά, ενώ κυριαρχεί οπτικά το ξύλο και το βελούδο.
Το μενού είναι μαζεμένο και ξεκάθαρα αφιερωμένο στην τοπική παραδοσιακή γαστρονομία, ενώ τα πιάτα που έχουν περισσότερο κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, όπως το μοσχαρίσιο ταρτάρ ή τα μοσχαρίσια μάγουλα, συνδυάζονται με υλικά και πρώτες ύλες που προέρχονται από την γύρω περιοχή και σερβίρονται ελαφρώς πειραγμένα. Το σέρβις ήταν υποδειγματικό καθώς όσοι μας εξυπηρέτησαν ήταν ευγενικοί χωρίς να είναι «στημένοι», γνώριζαν καλά τα πιάτα και τα συστατικά τους, ενώ πέρασαν και με το παραπάνω τις «εξετάσεις» στο σέρβις του κρασιού.
Επιλέξαμε να ξεκινήσουμε με την μετσοβίτικη πισπιλίτα, που είναι μια βλάχικη συνταγή χορτόπιτας χωρίς φύλλο. Παρά τη φαινομενική απλότητά της, εγκυμονεί κινδύνους καθώς απαιτεί να υπάρχει λίγη υγρασία στα χόρτα καθώς η απουσία φύλλου και η αντικατάστασή του με μια λεπτή στρώση καλαμποκάλευρου, δεν συγχωρεί λάθη. Στο τραπέζι μας έφτασε κομμένη σε κύβους, τηγανισμένη όσο πρέπει με τραγανή κρούστα, αρωματική και με υπέροχη νόστιμη γέμιση από βρασμένα πράσα, σέσκουλα και σπανάκι με άνιθο και μαϊντανό, με μια δόση από ελαφρύ γαλοτύρι, σερβιρισμένη πάνω σε μια κρέμα μυρωδικών. Το μοσχαρίσιο ταρτάρ έφτασε μέσα σε μια φωλιά από καπνιστό λάχανο, με μια χειροποίητη hollandaise με προσθήκη τρούφας Ηπείρου. Το ταρτάρ ήταν καλοφτιαγμένο και όσο πρέπει μαριναρισμένο με ωραία οξύτητα, με τσίλι και σχοινόπρασο ενώ η ανάλαφρη hollandaise, σερβιρισμένη από πάνω και όχι ανακατεμένη, δεν έπνιξε την γεύση του. Η χρήση της τρούφας ήταν σε λογική ποσότητα δίνοντας γεύση και πολυπλοκότητα. Το νιόκι με καπνιστό χέλι και σάλτσα κολοκύθας ήταν το επόμενο μας πιάτο, όπου βρήκα τα νιόκι λιγότερο ψημένα από ό,τι θα ήθελα, ενώ το καπνιστό χέλι ήταν ωραία ψημένο και ταίριαξε γευστικά με την κρέμα από γλυκιά κολοκύθα. Ναυαρχίδες του μενού, τις οποίες και δεν πρέπει να χάσει κανείς, είναι αφενός η πέστροφα, που ψαρεύεται στον Αώο, με κρέμα από σελινόριζα αρωματισμένη με κρόκο Κοζάνης και το αργοψημένο αρνάκι με κρέμα από φασόλια γίγαντες κοκκινιστούς.
Η πέστροφα ήταν εξαιρετική και πολύ καλά ψημένη, καραμελωμένη σε τηγάνι και παράλληλα αροζέ, ζουμερή και γευστική. Σερβιρίστηκε πάνω σε έναν καλοδεμένο βουτυράτο πουρέ σελινόριζας, ενώ ο κρόκος Κοζάνης έδωσε ωραίο άρωμα και γεύση, φέρνοντας ισορροπία στο πιάτο, χωρίς να κουράσει ή να καλύψει τις γεύσεις που ήταν όλες ευδιάκριτες. Το αρνάκι σερβιρισμένο σε μορφή πάστας ήταν μεστό και τρυφερό, με μια αρωματική jus από Ξινόμαυρο και εστραγκόν, σερβιρισμένο πάνω σε έναν εξαιρετικό πουρέ από γίγαντες κοκκινιστούς, οι οποίοι απαιτούν προετοιμασία 3 ημερών, όπως μας είπε αργότερα ο chef Βασίλης Γιαννούλης. Ο συνδυασμός ήταν εξαιρετικός, προσφέροντας ένα πιάτο βαθιάς νοστιμιάς και δείχνοντας πως απλά παραδοσιακά υλικά, τα οποία έχουν συνδυαστεί σωστά και χωρίς φλυαρίες, μπορούν να δώσουν πιάτα που προσφέρουν γευστικές συγκινήσεις. Το γλυκό ήταν μια γλυκιά κολοκυθόπιτα με κραμπλ κολοκυθόσπορου, μια γευστική κρέμα ζαχαροπλαστικής με χυμό γλυκιάς κολοκύθας και μπαχαρικά, πασπαλισμένη με ελληνικό καφέ, πάνω σε σορμπέ μανταρίνι που έδωσε δροσιά και ισορροπία.
Η λίστα κρασιών που έχει δημιουργήσει ο Πάνος Τζίμας είναι πλήρης, με έμφαση στον τοπικό αμπελώνα και τον υπόλοιπο ελληνικό, ενώ δεν λείπουν και οι αρκετές επιλογές από τον διεθνή αμπελώνα με premium σαμπάνιες, Riesling, Pinot Noir από την Καλιφόρνια και Βουργουνδία, Amarone, Barolo και φυσικά την διάσημη Solaia.
Συμπερασματικά, το εστιατόριο 1350 Μ είναι μια πολύ καλή γαστρονομική πρόταση που ξεχωρίζει για την ποιότητά της και αποτελεί μια premium επιλογή για όσους επισκέπτονται την ευρύτερη περιοχή και ψάχνουν κάτι διαφορετικό από τα συνηθισμένα. Δεν έχεις κάθε μέρα την ευκαιρία να φας σε μια σάλα -ή το καλοκαίρι στην πέτρινη βεράντα- με απαράμιλλη θέα και με καλή ποιότητα, που έρχεται μέσα από συνδυασμούς από ντόπια υλικά και συνταγές. Όσο για τον chef Βασίλη Γιαννούλη, είναι ένας Μετσοβίτης νεαρός με πάθος για την μαγειρική, ο οποίος γνωρίζει εξαιρετικά τα ντόπια υλικά, ενώ μπορείς εύκολα να διακρίνεις τη λάμψη στα μάτια του όταν μιλάει για την μετσοβίτικη κουζίνα και τις συνταγές της. Ομολογώ πως δεν τον γνώριζα αλλά στο εξής θα τον παρακολουθώ με μεγάλη προσοχή.