Από τον Λυκαβηττό στα Ιλίσια, ο Βλάσσης συνεχίζει να υπηρετεί την ελληνική κουζίνα με πιάτα που θυμίζουν γιατί η παραδοσιακή μαγειρική παραμένει διαχρονική αξία
Η πρώτη μου γνωριμία με τον Βλάσση έγινε κάπου το 1998, όταν, μετά από κάποια εγκαίνια στην Γκαλερί της Έρσης, που τότε δούλευα για ένα μικρό χαρτζιλίκι, βρεθήκαμε να απολαμβάνουμε φαγητό ελληνικής κουζίνας σε καλλιτεχνικό περιβάλλον.
Τον Βλάσση τον είχαμε συνηθίσει να βρίσκεται στην περιοχή του Λυκαβηττού και μόλις είχε μετακομίσει στην οδό Παστέρ πίσω από τη Μαβίλη.

Εγώ τότε, αισθανόμουν πως το μαγειρευτό φαγητό του δεν διέφερε και πολύ από της μαμάς μου – μάλλον, όπως έχει αποδειχτεί, η μητέρα μου είναι πολύ καλή μαγείρισσα, και δεν κατανοούσα πως οι συνδαιτυμόνες μου, οι οποίοι ήταν και αρκετά μεγαλύτεροι μου, είχαν τεράστιο απωθημένο για μια τέτοια ελληνική γαστρονομική απόλαυση.
Απορούσα κιόλας με τα επιφωνήματα θαυμασμού πάνω από τις αγκινάρες α λα πολίτα ή το ριγανάτο αρνάκι, που μέχρι και σήμερα μου θυμίζει τη μαεστρία του πατέρα μου στα ψητά φούρνου. Με το πέρασμα του χρόνου, λύθηκαν όλες μου οι απορίες.
Ο Βλάσσης, μετακόμισε ξανά από την οδό Παστέρ το 2009 και αυτή τη φορά επέλεξε σοφά τον παράδρομο της Μαιάνδρου, που είναι πάνω από το μικρό αλσάκι της Μιχαλακοπούλου.

Βρίσκεται εκεί έως και σήμερα και με γειτονικά τα ξενοδοχεία της περιοχής είναι πλέον το αστικό εστιατόριο που υπηρετεί αδιάκοπα και πιστά την ελληνική κουζίνα. Το φαγητό κατσαρόλας, την ελληνική κουζίνα όπως αξίζει να διασώσουμε.
Ο Βλάσσης είναι ένας από τους θεματοφύλακες της παράδοσης. Κάπου στο 2010, θυμάμαι να περνάω από την περιοχή και να παίρνω φαγητό για πακέτο. Είχε – και έχει – μεγάλη επιτυχία στη διανομή γευμάτων για το σπίτι, και τα μαγειρευτά του ήταν τόσα όσα του επέτρεπαν οι πρώτες ύλες της ημέρας. Κάτι που τηρεί έως και σήμερα.

Πέρασαν πολλά χρόνια και βρέθηκα στον Βλάσση πολύ πρόσφατα. Σήμερα, ο Βλάσσης, μετά από μια πρόσφατη ανακαίνιση, είναι το εστιατόριο που θέλεις να πας με την οικογένειά σου, να πάρεις μια ιδέα από την αίγλη μιας άλλης Αθήνας, να απολαύσεις φαγητό χωρίς πίεση, σε φιλικό περιβάλλον, με σερβιτόρους ανθρώπινους και όχι άψυχα, δίποδα CRM Bots που συνηθίζουμε να βλέπουμε σε άλλα εστιατόρια.
Το περιβάλλον στο ψηλοτάβανο χώρο του είναι απόλυτα εντυπωσιακό με τα κάδρα από αφίσες εκθέσεων φίλων τέχνης που έχουν γευματίσει άπειρες φορές στον Βλάσση.
Θα έλεγε κανείς, πως ο Βλάσσης τιμά τους παλιούς πελάτες του έτσι, μιας και πολλοί από αυτούς έχουν «εγκαταλείψει τα εγκόσμια». Μια σάλα με τραπεζοκαθίσματα ντυμένα στα λευκά, κάδρα μέχρι το ταβάνι, θερμό δυνατό φως, τζαζ ανάλαφρη μουσική και ένα πατάρι όλο γλύκα με μια βιτρίνα μεγάλη με βινύλια, πικάπ, βιβλία και πολλά άλλα που θυμίζουν λίγο σπίτι, λίγο γκαλερί – με τη μόνη διαφορά να υπάρχει μια ροτόντα και κάποια τραπεζάκια αντί για ένα καθιστικό σαλονιού.

Όλα έχουν μια αισθητική παλιάς αθηναϊκής αίγλης, ακόμη και το μενού. Στον κατάλογο του Βλάσση, θα βρεις μια κάρτα με τα πιάτα ημέρας που δεν είναι και λίγα και τον βασικό του κατάλογο με επιλογές που είναι τόσο για εκείνους που μοιράζονται το φαγητό τους όσο και για τους άλλους που έχουν επιλέξει να απολαύσουν κάτι συγκεκριμένο και δύσκολα θα ξεφύγουν από τη μερίδα τους.
Όλες οι μερίδες είναι πληθωρικές. Εμείς ξεκινήσαμε με την μπατζίνα με τυρί, κολοκύθι και άνηθο, μια πίτα που δεν είναι και πολύ εύκολη, άσχετα αν βασίζεται σε ένα μείγμα υλικών με κουρκούτι. Από τις πιο νόστιμες, χωρίς υγρασία και λάδι υπερβολικό. Μια πίτα που μας υπενθύμισε τις ρίζες μας και δεν μας απογοήτευσε καθόλου.

Ο επικός λαχανοντολμάς είναι ο βασιλιάς των μαγειρευτών, κατά την ταπεινή μου γνώμη, στον Βλάσση. Δεν θα βρεις τέτοιον λαχανοντολμά αλλού, πλούσιος σε κρέας, ελάχιστο ρύζι, σωστό βράσιμο και πολύ γλυκό λάχανο, σε ένα βελούδινο αυγολέμονο, πληθωρικό και άρτια όξινο. Κι έτσι θυμήθηκα τα επιφωνήματα ικανοποίησης εκείνων των παλιών συνδαιτημόνων μου πίσω στο 1998, καθώς απολάμβανα κι εγώ με τον ίδιο τρόπο τους λαχανοντολμάδες.
Στο μενού διέκρινα πολλά πιάτα που μου έκλειναν το μάτι, όπως το ιμάμ, την παστιτσάδα, το βετούλι γκιούλμπασι, την αθηναϊκή – που προσωπικά, λόγω αλλεργίας στην κάππαρη, δεν μπορώ ποτέ να την απολαύσω – και είμαι σίγουρη πως ο Βλάσσης θα την κάνει εξαιρετική, και το διάσημο φρυγαδέλι του.

Επιλέξαμε όμως δύο πιάτα μαγειρευτά, το σοφρίτο με λεπτές φέτες μοσχάρι σε σάλτσα από λευκό κρασί που σερβίρεται με πουρέ πατάτας και το χουνκιάρ μπεγιεντί, που δεν είναι άλλο από μοσχαράκι κοκκινιστό με καπνιστό πουρέ μελιτζάνας. Ω, ρε μάνα μου…!!
Το σοφρίτο, αυτή η παραδοσιακή συνταγή της Κέρκυρας, εκτελείται τόσο άρτια στην κουζίνα του Βλάσση και αποκαλύπτει τόσο την απλότητα όσο και την ισορροπία των υλικών του. Το μαλακό και ζουμερό κρέας, βαθιά νόστιμο, ισορροπεί με τη διακριτική οξύτητα του κρασιού και το σκόρδο με τον μαϊντανό δίνουν τον χαρακτηριστικό τους τόνο σε μια βελούδινη σάλτσα. Πολύ νόστιμος και ο σπιτικός πουρές που έρχεται να ολοκληρώσει το πιάτο.

Όσο για το χουνκιάρ μπεγιεντί, ο πουρές καπνιστής μελιτζάνας ξεχωρίζει για την κρεμώδη υφή του και την αρωματική του πολυπλοκότητα. Το μοσχαράκι λιώνει σε κάθε μπουκιά, αφού έχει μελώσει όσο σιγομαγειρεύτηκε στην πλούσια σάλτσα ντομάτας. Ένα πιάτο με μεταξένια υφή σε πρώτες ύλες, γλυκύτητα και έντονη γαστρονομική προσωπικότητα μιας κι έχει ανατολίτικες ρίζες.
Επίσης, όσο γευματίζετε, έχετε την ευκαιρία να επιλέξετε κάποιο κρασί σε ποτήρι που ξεκινά από 4€ ή και κάποιο κοκτέιλ που δεν ξεπερνά την τιμή των 10€. Το αναφέρω, διότι δεν είναι μόνο το φαγητό value for money, αλλά και η κατανάλωση αλκοόλ σε τέτοιο κόστος σπάνια συναντάται σήμερα.

Όσοι είστε λάτρεις της ζαχαροπλαστικής, τα σπιτικά και πληθωρικά του γλυκά θα κερδίσουν τις εντυπώσεις σας. Τόσο το cheesecake με γλυκό κουταλιού κεράσι, όσο και η δύσκολη panna cotta που «λικνίζεται» μπροστά σου ως μια γνήσια, αισθησιακή Ιταλίδα.
Ο Βλάσσης είναι ιδιαίτερα αγαπητός σε διεθνείς επισκέπτες αλλά και στους ντόπιους που αγαπούν τα μη αποστειρωμένα εστιατόρια.

Εγώ τον γνωρίζω χρόνια, αλλά θα ήθελα να παρακινήσω τους Gen Z foodies να τον επισκεφτούν, όχι όμως για το vibe – έχει αλλοιωθεί και η έννοια της λέξης με την τόσο κατάχρησή της – αλλά για την ευκαιρία να απολαύσουν αληθινή ελληνική κουζίνα. Όπως παλιά, όπως θα πρέπει να είναι πάντοτε.
Στον Βλάσση λοιπόν, για το όμορφο πατάρι του, την ατμόσφαιρα και τους λαχανοντολμάδες!

