Από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε το φαινόμενο Καρυστιανού και μέχρι τη στιγμή – περίπου πριν ένα χρόνο – που άρχισαν οι πρώτες συζητήσεις περί πολιτικής καριέρας, δεν το πολυπίστευα. Αυτό που έβλεπα ήταν μια επαρχιώτισσα μανταμίτσα (το ίδιο θα έλεγα και αν επρόκειτο για άντρα), μια χαροκαμένη μητέρα που ζητούσε δικαίωση για το παιδί της και το έκανε με μαχητικό τρόπο. Έτσι την αντιλαμβανόμουν και, ομολογώ, της έβγαζα το καπέλο.
Όταν άρχισαν να γίνονται αναφορές στο υποτιθέμενο, πολιτικό της όνειρο, έφερα στο μυαλό μου μορφές όπως η Άννα Διαμαντοπούλου, η Αλέκα Παπαρήγα, η Νίκη Κεραμέως και μερικές ακόμη. Το συμπέρασμα ήταν πάντα το ίδιο: είναι ποτέ δυνατόν αυτή η κυριούλα, με την ελαφρώς αλεπουδίσια πονηριά στο πρόσωπο, να έχει πολιτικές φιλοδοξίες; Κι όμως, φαίνεται πως έχει — ή πως κάποιοι τις φύτεψαν μέσα της. Αυτό, κατά βάθος, δεν είναι κακό. Ως Ελληνίδα πολίτης έχει κάθε δικαίωμα να φιλοδοξεί πολιτικά. Μέχρι εδώ, όλα καλά.

Υπάρχει όμως κάτι που δεν καταπίνεται με τίποτα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία των πρώτων σφυγμομετρήσεων, που άμεσα ή έμμεσα την περιλαμβάνουν, η διαπίστωση που συζητιέται – και δεν διαψεύδεται από κανέναν – είναι η εξής: η επιρροή της κυρίας Καρυστιανού και οι χώροι από τους οποίους μπορεί να αντλήσει ψήφους διατρέχουν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Συζητείται μάλιστα, και αρκετά σοβαρά από πολλούς, ότι θα μπορούσε να αναδειχθεί δεύτερη ή Τρίτη – για να μην πω ακόμη και πρώτη.
Έτσι όπως πάνε τα πράγματα, σε λίγο θα χρησιμοποιεί ως ψευδώνυμο το όνομα της Ντολόρες Ιμπαρούρι. Ίσως μια μέρα να τη δούμε έξω από τη Βουλή – ή, το πιθανότερο, μέσα – με σηκωμένη τη γροθιά να φωνάζει «No Pasaran».
Εγώ θα θέσω απλώς το εξής ερώτημα: εμείς, οι Έλληνες πολίτες και ψηφοφόροι, πόσο αφελείς είμαστε ώστε να επιτρέπουμε να μας διαπερνά το ρίγος Καρυστιανού, υποψιαζόμενοι μάλιστα ότι μια μέρα ίσως να μας κυβερνήσει ή να μας συγκυβερνήσει;