Χαλαρή ατμόσφαιρα στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, με το κρέας να είναι πρωταγωνιστής, σε ένα χώρο που τιμά την ποιότητα και το καλό σέρβις
Το L’Albero κερδίζει πρώτα με το χώρο του. Όχι γιατί εντυπωσιάζει, αλλά γιατί σε κάνει να νιώθεις άνετα από την πρώτη στιγμή. Η πίσω αυλή θυμίζει σπίτι στην Τοσκάνη, με χαμηλό φωτισμό, ηρεμία και την αίσθηση ότι ο χρόνος κυλά λίγο πιο αργά. Είναι από εκείνα τα μέρη όπου κάθεσαι και δεν κοιτάς το ρολόι.
Το σερβίς είναι γρήγορο και ουσιαστικό. Και όταν λέω «γρήγορο», δεν εννοώ πρόχειρο, σημαίνει ότι τα μέλη της ομάδας ξέρουν τη δουλειά, έχουν ρυθμό και δεν σε αφήνουν να περιμένεις άσκοπα. Σε καμία περίπτωση το φαγητό δεν βγαίνει από το πάσο βιαστικά. Υπάρχει πλήρης έλεγχος.

Ο Δημήτρης και ο Νίκος, οι άνθρωποι που “τρέχουν” το μαγαζί, είναι παρόντες, ευγενικοί και χαλαροί. Δεν παίζουν τον ρόλο του οικοδεσπότη για το φαίνεσθαι είναι απλά επαγγελματίες και αυτό, όσο απλό κι αν ακούγεται, δεν είναι καθόλου αυτονόητο.
Στο L’Albero θα δεις κόσμο κάθε ηλικίας: παρέες, ζευγάρια, εκείνους που θέλουν να βγουν για φαγητό και κουβέντα χωρίς φασαρία και χωρίς δήθεν καταστάσεις. Δεν είναι μαγαζί «μόδας», και αυτό του βγαίνει σε καλό. Έχει τους θαμώνες του, κάτι που αποδεικνύεται από την άνεση του κόσμου στο χώρο.

Αν υπάρχει ένας λόγος που το L’Albero είναι δημοφιλές, αυτός είναι οι κοπές.
Στα περισσότερα τραπέζια βλέπεις κρέας, και αυτό από μόνο του λέει πολλά. Δοκίμασα bottom sirloin και New York Strip, ψημένα όπως τα προτείνει το μαγαζί: απλά, καθαρά, χωρίς περιττά παιχνίδια. Αν θέλεις να έχεις εσύ τον έλεγχο και να πας ένα βήμα παραπέρα, σου διαθέτουν μια πλάκα μαντέμι για να το δουλέψεις όσο θες – μια ωραία λεπτομέρεια χωρίς να γίνεται φολκλόρ.
Από τα υπόλοιπα πιάτα του μενού, τα gnocchi στο τηγάνι με γλώσσα μοσχαρίσια και σάλτσα φασκόμηλο ξεχώρισαν. Η γλώσσα ήταν άψογα μαγειρεμένη και ταίριαζε με τα υλικά του πιάτου. Η κιμαδόπιτα ήταν επίσης πολύ καλή: τραγανή, με πλούσια γέμιση και με τη γραβιέρα να δίνει την ένταση που πρέπει.

Υπήρξαν και κάποια πιάτα που στάθηκαν πιο ήσυχα στο τραπέζι: η τάρτα με jamón ibérico, η φέτα της φωτιάς και το συκώτι σαβόρε. Αν και ξεχώριζαν από ποιότητα πρώτης ύλης δεν άφησαν έντονο αποτύπωμα. Δεν επηρέασαν τη συνολική εμπειρία, απλώς πέρασαν χωρίς να σηκώσουν συζήτηση.
Και κάπως έτσι γίνεται σαφές ότι το L’Albero έχει ξεκάθαρο κέντρο βάρους: οι κοπές είναι ο λόγος που έρχεσαι και ο λόγος που θα επιστρέφεις. Τα υπόλοιπα πιάτα λειτουργούν, κυρίως, υποστηρικτικά και σαν συνοδευτικές επιλογές που συμπληρώνουν την εμπειρία γύρω από το κρέας.

Το L’Albero είναι ένα μαγαζί σταθερής αξίας και δεν παρουσιάζει κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι. Είναι ένας ωραίος χώρος, με πολύ καλές κοπές, δυναμικό σέρβις και ατμόσφαιρα που σε βοηθά να περάσεις καλά με την παρέα σου.
Μπορεί να μην είναι ένας γαστρονομικός προορισμός με την αυστηρή έννοια, αλλά είναι ιδανικό σημείο για μια έξοδο για καλό κρέας και κρασί. Από το L’Albero θα φύγεις χορτάτος, κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Και στο τέλος της ημέρας, αυτό είναι που ζητάμε σε μια απλή μας έξοδο…
