Σε απόσταση αναπνοής από τη Μητρόπολη Αθηνών, ένα σαλόνι Παρισινής αριστοκρατίας μόλις άνοιξε τις πόρτες του και περιμένει να απολαύσεις τα εμβληματικά του macaron
Λίγες ώρες πριν από την αλλαγή του χρόνου, βρισκόμαστε στο κέντρο της πόλης. Η Αθήνα κινείται σε γιορτινούς ρυθμούς και εμείς απολαμβάνουμε ένα γλυκό στο πιο upscale ζαχαροπλαστείο της Μητροπόλεως, όταν το βλέμμα πέφτει σχεδόν αναπόφευκτα σε μια γωνιακή εμπορική βιτρίνα που πρόσφατα ανακαινίστηκε. Εκεί στεγάζεται πλέον το πρώτο κατάστημα Ladurée στην Αθήνα – ένα όνομα που για όσους γνωρίζουν, κουβαλά ιστορία, κύρος και μια πολύ συγκεκριμένη αισθητική ταυτότητα.

Αν και η επίσημη διεθνής λίστα των καταστημάτων της Ladurée δεν έχει ακόμη καταχωρήσει το Αθηναϊκό σημείο, περιλαμβάνει ωστόσο εκείνο της Μυκόνου που άνοιξε την περασμένη χρονιά. Όλα δείχνουν, λοιπόν, πως πρόκειται πράγματι για μέρος της διάσημης γαλλικής αλυσίδας.
Το μυαλό ταξιδεύει αυτόματα στο Παρίσι, στα Harrods αλλά και στο Covent Garden του Λονδίνου, σε εκείνες τις φορές που έχω περάσει σχεδόν ορμητικά τις πόρτες της Ladurée για να προμηθευτώ τα θρυλικά μακαρόν βανίλιας και φιστικιού, αλλά και τα χαρακτηριστικά της τσάγια.
Είμαι σίγουρη πως πολλοί ίσως δεν γνωρίζουν την αλυσίδα, την ιστορία και το κύρος της – κι εδώ αξίζει μια μικρή αναδρομή.

Η ιστορία της Ladurée ξεκινά το 1862 στο Παρίσι, όταν ο Louis-Ernest Ladurée, γιος αρτοποιών, ανοίγει ένα φούρνο-ζαχαροπλαστείο στη Rue Royale, στην περιοχή της Madeleine, γνωστή ήδη από τότε για τον πολυτελή της χαρακτήρα.
Το 1871, το κατάστημα καταστρέφεται από πυρκαγιά κατά τη διάρκεια της Παρισινής Κομμούνας, όμως σύντομα ανοικοδομείται και μετατρέπεται σε ζαχαροπλαστείο με καλλιτεχνική διακόσμηση από τον Jules Chéret, έναν από τους σημαντικότερους δημιουργούς της εποχής.
Μια καθοριστική καινοτομία έρχεται χάρη στη Jeanne Souchard, σύζυγο του Ernest Ladurée, η οποία οραματίζεται τη δημιουργία ενός από τα πρώτα σαλόν τσαγιού στο Παρίσι, συνδυάζοντας γλυκά και καφέ. Στόχος της ήταν να προσφέρει στις γυναίκες της εποχής έναν χώρο κοινωνικής συνεύρεσης με άνεση και κομψότητα.

Το 1930, ο ανιψιός του ιδρυτή, Pierre Desfontaines, δημιουργεί το κλασικό macaron – ένα γλυκό που γίνεται σήμα κατατεθέν της Maison Ladurée και την καθιερώνει παγκοσμίως.
Για περισσότερο από έναν αιώνα, η Ladurée παραμένει ένα εμβληματικό αλλά σχετικά μικρό παρισινό ζαχαροπλαστείο-σαλόν. Από το 1993 και μετά, με την εξαγορά της εταιρείας, ξεκινά η διεθνής της επέκταση. Σήμερα, αριθμεί περισσότερα από 120 καταστήματα παγκοσμίως και θεωρείται σύμβολο της γαλλικής υψηλής ζαχαροπλαστικής και του παρισινού τρόπου ζωής.
Επιστρέφουμε, όμως, στην Αθήνα και στο νέο κατάστημα της Μητροπόλεως. Είναι αργά το απόγευμα, ο καιρός κρύος και το Ladurée λάμπει διακριτικά πίσω από τα δέντρα της περιοχής. Ο φωτισμός του εσωτερικού διακρίνεται μέσα από τις μεγάλες τζαμαρίες και σε προσκαλεί να ανέβεις τα σκαλιά.

Στον εξωτερικό χώρο υπάρχουν αρκετά τραπεζάκια με σόμπες, ενώ στο εσωτερικό ο καθιστικός χώρος είναι περιορισμένος αλλά προσεγμένος: δύο γωνιακά τραπεζάκια δίπλα στο τζάμι και μια σειρά από καναπέδες με πέντε-έξι τραπέζια.
Το ψηλοτάβανο κτίριο κυριαρχείται από το χαρακτηριστικό απαλό λαδί-παστέλ πράσινο της Ladurée, που ντύνει τοίχους, έπιπλα και συσκευασίες. Οι τοιχογραφίες, εμπνευσμένες από τον Jules Chéret, οι γύψινες λεπτομέρειες στο ταβάνι και οι πολυέλαιοι δημιουργούν μια ρομαντική, σχεδόν θεατρική ατμόσφαιρα.

Στοιχεία Louis XV, όπως τα μαρμάρινα τραπέζια, οι καμπυλωτές πολυθρόνες με υφασμάτινη επένδυση και οι καθρέφτες που μεγαλώνουν το χώρο, συμπληρώνουν το σκηνικό. Χρυσές και μπρονζέ λεπτομέρειες, βελούδο και φίνα υλικά υπάρχουν παντού χωρίς να κουράζουν, αντίθετα, σε ταξιδεύουν.
Οι θαμώνες είναι κυρίως διεθνείς επισκέπτες, influencers και λάτρεις του Instagram, αλλά και όσοι – όπως εμείς – που θέλουμε να διαπιστώσουμε αν η γευστική πρόταση της Αθήνας στέκεται αντάξια των καταστημάτων του εξωτερικού.
Το σέρβις είναι φιλικό, διακριτικό και elegant. Πέρα από τα γλυκά της βιτρίνας, το μενού εκπλήσσει ευχάριστα: το Ladurée δεν είναι απλώς σαλόνι τσαγιού, αλλά ένα all-day σημείο με αλμυρές και γλυκές επιλογές.

Ξεκινήσαμε με τη Γαλλική κρεμμυδόσουπα, με αργοκαραμελωμένα κρεμμύδια σε βαθύ κεχριμπαρένιο χρώμα και φίνο ζωμό με νότες δάφνης και θυμαριού. Το τυρί έλιωνε ομοιόμορφα, χωρίς βαριά επίγευση.
Συνεχίσαμε με μια αυθεντική Quiche Lorraine, με τραγανή, βουτυράτη ζύμη και απαλή, κρεμώδη γέμιση από αυγά, τυρί και πανσέτα. Το Croque Monsieur ήταν η πιο φίνα εκδοχή του κλασικού Γαλλικού sandwich: ισορροπημένο, με βουτυράτη τραγανότητα στο ψωμί, ήπια αλμυρό ζαμπόν και βελούδινη μπεσαμέλ που δεν σκέπαζε τα υπόλοιπα υλικά.
Κλείσαμε με το Macaron Pistachio, ένα επιδόρπιο κομψό και φίνο, που απολαμβάνεται αργά και αφήνει καθαρή, ευγενική επίγευση.

Το Ladurée της Μητροπόλεως απευθύνεται ξεκάθαρα σε διεθνές κοινό και λάτρεις της γαλλικής αισθητικής.
Δεν είναι για όλα τα βαλάντια, όμως αξίζει μια επίσκεψη – έστω και μόνο για να ταξιδέψει κανείς για λίγο, σε ένα παρισινό σαλόνι και να δοκιμάσει – αν όχι κάποιο από τα πιάτα του -τουλάχιστον τα μακαρόν που έρχονται απευθείας από το Παρίσι.
