Ο Διονύσης Κούκης ξετυλίγει την ιστορία από το Παρίσι του 1973 μέχρι την έκδοση του πρώτου Αθηνοράματος το 1976 και θυμάται τα πρόσωπα, τις δυσκολίες και τις συμπτώσεις που προηγήθηκαν
Πλησιάζω προς το τέλος της επαγγελματικής μου ζωής, που ήταν τελείως διαφορετική από αυτό που ευαγγελιζόμουνα μικρός και για το οποίο πλήρωνε για χρόνια ο καλός μου πατέρας. Παράλληλα, σε ένα μήνα κλείνουν 50 χρόνια από την εμφάνιση στα περίπτερα του κύριου εργαλείου που άνοιξε τον δρόμο και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για να έχει η εστίαση στην Ελλάδα το σημερινό της πρόσωπο.
Αναφέρομαι στο Αθηνόραμα, από το οποίο κάποιες καταστροφικές αντιλήψεις άλλων με οδήγησαν στην απόφαση να αποχωρήσω και να συνεχίσω την πορεία μου με το FLAGinLIFE.

Ας κλωτσήσουμε, λοιπόν, την ανέμη για να ξετυλιχτεί η ιστορία.
Τα προεόρτια
Μπορεί το Αθηνόραμα να έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του στα περίπτερα στις 16 Οκτωβρίου του 1976. Η ιστορία, όμως, της αναδόμησης της ελληνικής εστιατορικής σκηνής είχε ήδη ξεκινήσει από τις 15 Δεκεμβρίου 1973 στο Παρίσι.
Λόγω της συνήθειάς μου να επισκέπτομαι συχνά-πυκνά ένα βιβλιοπωλείο και να κάθομαι με τις ώρες όρθιος διαβάζοντας ένα βιβλίο που είχα πάρει από το ράφι, στις 15 Δεκεμβρίου το πρωί έφυγα από το σπίτι μου και κατέβηκα στο Quartier Latin, με προορισμό το βιβλιοπωλείο του François Maspero (δεν υπάρχει σήμερα), για να ασκήσω την αγαπημένη μου συνήθεια.

Μετά από δύο ώρες άλλαξα στέκι και κάθισα σ’ ένα καφέ στην Place Saint-Michel. Εν τω μεταξύ, αγόρασα ένα Pariscope, γιατί είχα υποσχεθεί σε δύο στενούς μου φίλους, τον Μιχάλη Παπαγιαννάκη και τον Μίμη Μανωλάκο, να τους κάνω το τραπέζι στις 17 Δεκεμβρίου, που είναι η γιορτή μου.
Ξεφυλλίζοντας το περιοδικό για να βρω ένα εστιατόριο που να ταιριάζει στην παρέα, σκέφτηκα ότι κάτι τέτοιο θα πουλούσε και στην Αθήνα. Μου φάνηκε ενδιαφέρον και, έχοντας ευχέρεια στους αριθμούς, ξεκίνησα να κάνω κάποιους υπολογισμούς, που μου έδωσαν ένα αποτέλεσμα της στιγμής αρκετά ενθαρρυντικό.

Γυρνώντας στο σπίτι και συζητώντας με τα παιδιά το απόγευμα, τους είπα την ιδέα, που τη βρήκαν καλή. Πλην όμως, η πρώτη μου σύζυγος μάς έριξε τον κουβά με το παγωμένο νερό με μία φράση: «Τι κάθεστε και συζητάτε, αφού κανείς από εμάς δεν μπορεί να γυρίσει στην Ελλάδα». Η χούντα, βλέπετε.
Έτσι άδοξα έληξε η συζήτηση και το θέμα μπήκε στο ντουλάπι μέχρι τον Οκτώβριο του 1974, που βρέθηκα στην Ελλάδα. Παρά το γεγονός ότι δεν το ήθελα – είχαμε δουλειά τόσο εγώ όσο και η γυναίκα μου στο Παρίσι – οι συνθήκες τα έφεραν έτσι και εγκαταστάθηκα εδώ. Όμως, με τον τρόπο που έβλεπα τα πράγματα τότε, αν και μου πρότειναν πολλές θέσεις, δεν βρήκα ούτε μία που να μου αρέσει.

Μέχρι που κάποια στιγμή η γυναίκα μου μού είπε: «Επειδή προβλέπω να μένεις άνεργος, τουλάχιστον ασχολήσου με αυτή την ιδέα του περιοδικού που είχες, για να δούμε τι θα γίνει». Αυτό ήταν και το εναρκτήριο λάκτισμα για την έκδοση του περιοδικού Αθηνόραμα και για όσα ακολούθησαν, που άλλαξαν τελείως την εικόνα της εστίασης στην Ελλάδα.
Η συνέχεια ήταν αναμενόμενη. Ξεψάχνισα όλο το λεκανοπέδιο, μπήκα τουλάχιστον σε 500 ταβέρνες κ.λ.π., συγκέντρωσα στοιχεία, έκανα μικρά λήμματα και σχεδίασα όλη την ύλη του περιοδικού.

Έπρεπε, όμως, να βρω και τα λεφτά. Εγώ δεν είχα. Είπα στον πατέρα μου τα σχέδιά μου, ο οποίος κόντεψε να λιποθυμήσει και μου είπε ξερά: «Έμεινες 23 χρόνια στα θρανία, έχεις δύο πανεπιστημιακά πτυχία και ήμουνα πάντα δίπλα σου σε ό,τι ζητούσες. Σε αυτό δεν συμμετέχω. Όταν πεθάνω, πάρε ό,τι σου ανήκει, αλλά για την ώρα βοήθεια δεν έχει».
Ψάχνοντας από εδώ κι από εκεί, μάζεψα περίπου 100.000 δραχμές και έκανα μια συζήτηση με τον Μίμη – ώρα του καλή εκεί στη Μάνη που μονάζει. Ήταν πάντα σπουδαίος και έντιμος.
Του άρεσε η ιδέα, όχι τόσο για το περιοδικό όσο γιατί πίστευε ότι μπορούσαμε να βγάλουμε λεφτά και να κάνουμε μια άλλη έκδοση. Ένα πολιτικό περιοδικό, όπως εμείς το φανταζόμασταν τότε. Βρέθηκε και ένας άλλος φίλος και οι τρεις, μαζί με την αφέλεια των άσχετων και με 300 – 350 χιλιάρικα στην τσέπη – δραχμές – , φύγαμε για τον πόλεμο.

Εκείνη την εποχή σχεδιαζόταν και η Ελευθεροτυπία του Κίτσου Τεγόπουλου. Είχα κάνει δυο-τρεις συζητήσεις με τον Γιώργο Βότση, είχα συναντήσει μία φορά και τον Κίτσο, αλλά εγώ το μυαλό μου το είχα στο περιοδικό.
Τελικά, τον Μάιο του 1976, αν θυμάμαι καλά, συστήθηκε η πρώτη εταιρεία, η ΠΟΛΙΑΣ ΕΠΕ, με έδρα στη Μαυρομματαίων 2, και ξεκίνησε η οργάνωση της εκδοτικής εταιρείας. Όλα πήγαιναν ρολόι μέχρι τον Αύγουστο, όταν κάποια μέρα δέχτηκα ένα τηλέφωνο από έναν φίλο, ο οποίος, χωρίς περιστροφές, μου είπε: «Μη συνεχίζετε. Μαζέψτε τα, γιατί το παιχνίδι είναι χαμένο.

Ο Στέλιος Ανεμοδουράς (Μικρός Ήρωας, Κατερίνα κ.λ.π.) ετοιμάζει αντίστοιχο περιοδικό με τίτλο Το Μάτι της Εβδομάδας και θα έχει διευθυντή έναν πολύ καλό δημοσιογράφο και λογοτέχνη, τον Φώντα Λαδή. Θα χάσετε και τα λίγα λεφτά που έχετε».
Ομολογώ ότι το πρώτο πράγμα που πέρασε από το μυαλό μου ήταν να τα μαζέψουμε. Όμως η γιαγιά μου από τη μεριά του πατέρα μου ήταν γνήσια και περήφανη Αρβανίτισσα και, απ’ ό,τι φαίνεται, κάτι είχα κληρονομήσει κι εγώ.
Είπα, λοιπόν, ότι θα το παλέψουμε και φώναξα έναν πωλητή που είχα προσλάβει, τον Βαγγέλη τον Μερέκο. Του είπα να πάει να ζητήσει δουλειά στον Ανεμοδουρά, σαν πωλητής, και να με ενημερώνει κάθε μέρα τι κάνουν με το περιοδικό που σχεδιάζουν και πότε θα το βγάλουν.

Στο μεταξύ, οι προετοιμασίες συνεχίστηκαν και κάποια στιγμή, όταν η έκδοση είχε πια σχηματοποιηθεί, αποφάσισα να ζητήσω και την άποψη ενός ειδικού. Αυτός ήταν ένας επίσης πολύ καλός φίλος και σπουδαίος marketeer, ο Θάλης Κουτούπης – ώρα καλή εκεί που βρίσκεται. Με άκουσε με προσοχή και με έβρισε με πάθος, λέγοντάς μου γιατί ένας άσχετος με τις εκδόσεις ηλεκτρολόγος μηχανικός και φυσικός αποφασίζει να ασχοληθεί με περιοδικά.
Στο τέλος, όμως, κατάλαβε κι αυτός ότι στις φλέβες μου κυλούσε και λίγο αρβανίτικο αίμα και η συζήτηση σοβάρεψε. Με ρώτησε πώς θα το βγάλω το περιοδικό και του είπα διάφορα ονόματα που είχα στο μυαλό μου, εισπράττοντας το: «Σου το είπα από την αρχή ότι είσαι άχρηστος για αυτή τη δουλειά και να πας να γίνεις καθηγητής στο Πολυτεχνείο, που σου προτείνουν».

Το σκέφτηκε λίγο και γύρισε και μου είπε: «Θα σου δώσω εγώ ένα όνομα και δεν θέλω ούτε λεφτά ούτε δικαιώματα». Και παίρνει ένα χαρτάκι και γράφει επάνω: «ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ»
Του αντιγύρισα ότι το όνομα είναι χαζό. Είχα κάνει λάθος. Τις επόμενες ημέρες, όσους κι αν ρώτησα, έβρισκαν τον τίτλο ιδανικό.
Η ημέρα της έκδοσης, πλέον με πολύ ισχυρότερο από εμάς αντίπαλο, ήταν μπροστά μας.
Όμως, από αυτά θα ξεκινήσουμε και θα συνεχίσουμε τη διήγησή μας την επόμενη εβδομάδα…

