Ο Διονύσης Κούκης γράφει για ένα εστιατόριο που εξελίχθηκε μαζί με την πόλη και μπορεί να αποτελέσει μέρος της σύγχρονης γαστρονομικής ταυτότητας της Θεσσαλονίκης
Για κάποιους ίσως η επικεφαλίδα αυτού του κειμένου να φαίνεται υπερβολική. Δυστυχώς, όμως, δεν είναι.
Ο Δήμος Καλαϊτσίδης και μερικοί ακόμη εστιάτορες – με όλη τη σημασία της λέξης – προσπαθούν να κρατήσουν ψηλά το επίπεδο της εστιατορικής σκηνής της Θεσσαλονίκης, την ώρα που κάποιοι άλλοι μοιάζει να την οδηγούν στον «κατήφορο».

Τα Τρία Γουρουνάκια είναι ένα γνωστό εστιατόριο. Οι περισσότεροι Θεσσαλονικείς τους οποίους ρωτάω δίνουν την ίδια απάντηση: «Το ξέρω». Στη δεύτερη ερώτηση, όμως, αν έχουν πάει, αυτό που ακούω είναι ένα στερεότυπο «όχι, δεν έτυχε».
Αυτές οι πέντε λέξεις εξηγούν, χωρίς να χρειάζεται τίποτε άλλο, την αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στο σήμα «Θεσσαλονίκη, πόλη γαστρονομίας» και στην πραγματικότητα της γαστρονομικής σκηνής της πόλης, ιδιαίτερα στα σημεία όπου συγκεντρώνεται μεγάλο μέρος της τουριστικής κίνησης, όπως η πλατεία Αριστοτέλους και τα Λαδάδικα.
Δυστυχώς, δεν είναι πολλοί οι τουρίστες και οι επισκέπτες γενικότερα που θεωρούν την Αγορά Καπάνι ένα ιδιαίτερο αξιοθέατο της πόλης, άξιο επίσκεψης, όπως συνέβαινε μέχρι πρότινος και με την Αγορά Μοδιάνο. Για το τι συμβαίνει σήμερα με τη Μοδιάνο, θα χρειαστεί να περιμένουμε και να δούμε.

Ακόμη πιο δυστυχώς, το ίδιο ισχύει και για την Καποδιστρίου, πάροδο της Ίωνος Δραγούμη, όπου βρίσκονται τα Τρία Γουρουνάκια. Κι όμως, το συγκεκριμένο εστιατόριο αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα σημαντικότερα γευστικά αξιοθέατα της Θεσσαλονίκης.
Το συγκεκριμένο εστιατόριο, αν και Αθηναίος, το γνωρίζω πολλά χρόνια. Όπως γνωρίζω και τα περισσότερα αξιοπρεπή ή αξιοσημείωτα εστιατόρια της Θεσσαλονίκης. Την πρώτη φορά που πήγα, πριν από αρκετά χρόνια, ήταν ένα απλό αστικό εστιατόριο, πέντε-δέκα λεπτά με τα πόδια από την Αγορά Καπάνι. Παρ’ όλα αυτά, είχε ένα κλασικό αστικό μενού, που έδειχνε ότι έβγαινε από ένα καλό σπίτι: νόστιμο, σωστά μαγειρεμένο φαγητό.

Εκεί γνώρισα και τον Δήμο Καλαϊτσίδη. Η πρώτη μου εντύπωση ήταν ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο της δουλειάς, που προσπαθεί να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί. Για μένα, αυτό σημαίνει δυνατότητες και, κυρίως, προοπτική. Και αυτό ακριβώς φάνηκε στη συνέχεια.
Με το πέρασμα του χρόνου, το εστιατόριο άρχισε σταδιακά να αλλάζει. Βελτίωσε την αισθητική του χώρου, ενώ παράλληλα έκανε σημαντικά βήματα στην κουζίνα του. Η εικόνα των πιάτων άρχισε να εξελίσσεται και το γευστικό επίπεδο να ανεβαίνει.
Σήμερα, τα Τρία Γουρουνάκια είναι ένα ποιοτικό αστικό εστιατόριο – κάτι ανάλογο με αυτά που συναντά κανείς σε μια μεγάλη ευρωπαϊκή πόλη – και μπορεί να κάνει έναν ξένο επισκέπτη, επιστρέφοντας στη χώρα του, να μιλήσει για τη Θεσσαλονίκη ως έναν προορισμό με πραγματικά ενδιαφέρουσα γαστρονομία.

Βρίσκω, λοιπόν, εξοργιστικό να ακούω τον Δήμο Καλαϊτσίδη, όταν τον ρωτάω ποιο είναι το κοινό του εστιατορίου, να μου λέει ότι οι περισσότεροι πελάτες του είναι επισκέπτες της πόλης από άλλες περιοχές της Ελλάδας, κυρίως Αθηναίοι, άνθρωποι που γνωρίζουν τη Θεσσαλονίκη και την επισκέπτονται συχνά.
Μου λέει, επίσης, ότι αρκετοί Θεσσαλονικείς γνώρισαν το εστιατόριο επειδή τους το πρότειναν φίλοι τους από την Αθήνα. Κι εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το παράδοξο: ένα εστιατόριο που μπορεί να αποτελέσει μέρος της γαστρονομικής ταυτότητας μιας πόλης είναι περισσότερο γνωστό σε επισκέπτες της παρά στους ίδιους τους κατοίκους της.
Ίσως κάποιοι, διαβάζοντας αυτό το άρθρο, να ρωτήσουν: «Καλά, κι εσύ τι έφαγες που σου άρεσε τόσο πολύ;».

Η απάντηση είναι απλή. Μετά από όσα έγραψα, δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να παραθέσω έναν κατάλογο πιάτων και να κάνω λεπτομερείς περιγραφές. Αυτό που έχει σημασία, αν έχω καταφέρει να γίνω πειστικός, είναι ο αναγνώστης να επισκεφθεί το εστιατόριο και να διαπιστώσει ο ίδιος αν ισχύει του λόγου το αληθές.
Παρ’ όλα αυτά, για τους πιο επίμονους, θα αναφέρω απλώς δύο πιάτα και ένα επιδόρπιο. Καταρχάς, τα εξαιρετικά εκσυγχρονισμένα αλλά απολύτως πειστικά ντολμαδάκια και, στη συνέχεια, το νοστιμότατο χοιρινό στη γάστρα. Και, σε ό,τι αφορά τα επιδόρπια, μια «μεταλλαγμένη» πάβλοβα, που αξίζει πραγματικά όλα της τα λεφτά.

Τα Τρία Γουρουνάκια αποδεικνύουν, τελικά, ότι μια πόλη μπορεί να έχει γαστρονομική ταυτότητα όχι μόνο μέσα από τα μεγάλα και προβεβλημένα εστιατόρια της, αλλά και μέσα από ανθρώπους που επιμένουν να δουλεύουν σοβαρά, να εξελίσσονται και να δίνουν λόγο στον επισκέπτη να μιλήσει για την πόλη τους μέσα από το φαγητό.

