Η πρώην κατοικία του αρχαιολόγου Κυριάκου Πιττάκη στην Ερμού μεταμορφώνεται σε έναν πολυεπίπεδο προορισμό πολιτισμού, τέχνης, κρασιού και σύγχρονης ελληνικής κουζίνας
Στην καρδιά της Ερμού, εκεί όπου η Αθήνα συναντά καθημερινά το ιστορικό της αποτύπωμα, ένα κτίριο του 19ου αιώνα αποκτά νέα ζωή.
Η πρώην κατοικία του Κυριάκου Πιττάκη, μιας από τις σημαντικές μορφές της ελληνικής αρχαιολογίας, μεταμορφώνεται σε έναν πολυεπίπεδο προορισμό πολιτισμού, φιλοξενίας και γαστρονομίας.

Ανάμεσα στις ιστορίες που κουβαλά το κτίριο, είναι κι εκείνη της κλεψύδρας της Ακρόπολης, που ο Πιττάκης έφερε στο φως, συνδέοντας με έναν τρόπο σχεδόν ποιητικό το παρελθόν με το παρόν. Η αρχιτεκτονική του χώρου αναπτύσσεται σε διαφορετικά επίπεδα, καθένα με τη δική του λειτουργία και ατμόσφαιρα.
Στο ισόγειο, ένα all day café δίνει τον πρώτο τόνο, ενώ στο υπόγειο βρίσκεται το κελάρι του Rhoé, ένας χώρος που εμπλουτίζεται διαρκώς με νέες ετικέτες από τον ελληνικό και τον διεθνή αμπελώνα. Μια οινική συλλογή σε εξέλιξη, που παρακολουθεί τις σύγχρονες τάσεις αλλά και αναζητά ενδιαφέρουσες φιάλες πέρα από τα προφανή.

Στον δεύτερο όροφο, η γαστρονομική εμπειρία συναντά την τέχνη. Η gallery του κτιρίου φιλοξενεί εκθέσεις καλλιτεχνών, προσθέτοντας έναν ακόμη πολιτιστικό άξονα, σε μια διεύθυνση που μοιάζει να έχει σχεδιαστεί για να ενεργοποιεί όλες τις αισθήσεις.
Και ύστερα, η διαδρομή καταλήγει στην ταράτσα. Εκεί βρίσκεται το εστιατόριο Rhoé, με την Ακρόπολη να πρωταγωνιστεί στο σκηνικό και να λειτουργεί σχεδόν ως φυσική προέκταση της κουζίνας. Η θέα στο ιερό μνημείο της πόλης, δεν είναι απλώς ένα εντυπωσιακό φόντο, αλλά γίνεται σημείο αναφοράς για μια γαστρονομική πρόταση που κοιτάζει την ελληνική κουζίνα μέσα από ένα σύγχρονο, ανάλαφρο και φίνο πρίσμα.

Στην ανοιχτή κουζίνα, ο chef Βαγγέλης Δαγδελένης, μαζί με τη sous chef Λυδία Ιωαννίδου, δημιουργούν ένα μενού που πατά γερά στην ελληνική γευστική μνήμη, χωρίς να εγκλωβίζεται σε αυτήν. Η πρώτη ύλη και οι οικείες γεύσεις αποτελούν την αφετηρία, ενώ οι τεχνικές και η λεπτότητα της προσέγγισης μεταφέρουν τα πιάτα σε ένα πιο σύγχρονο γαστρονομικό πεδίο.
Ο Βαγγέλης φέρνει μαζί του την εμπειρία από κουζίνες υψηλής γαστρονομίας του εξωτερικού, έχοντας περάσει, μεταξύ άλλων, από τα The Greenhouse και Orasay στο Λονδίνο. Η επιστροφή του στην Ελλάδα σηματοδοτήθηκε το 2025 από την ανάληψη της κουζίνας του AbraOvata στη Λίμνη Βουλιαγμένης.

Από τον περασμένο Μάιο, η μαγειρική του βρίσκει νέο σημείο αναφοράς στην ανοιχτή κουζίνα του Rhoé, αυτή τη φορά με την Ακρόπολη απέναντι και την ελληνικότητα ως βασικό υλικό έμπνευσης.
Στο πλευρό του βρίσκεται η Λυδία Ιωαννίδου, μια μαγείρισσα με ξεχωριστή διαδρομή στις σύγχρονες ελληνικές κουζίνες, την οποία γνωρίσαμε μέσα από τη θητεία της στην Cantina της Σίφνου, αλλά και στα Άκρα και ΦΙΤΑ. Η δική της ματιά συμπληρώνει την κουζίνα του Rhoé, προσθέτοντας ακρίβεια, ευαισθησία και γνώση πάνω στις ελληνικές πρώτες ύλες.

Το μενού ξεκινά με κρέμα καπνιστής μελιτζάνας με σουμάκ, καθώς και κολοκυθάκια skewer με κρέμα ταχίνι και παλαιωμένη γραβιέρα. Το μοσχαρίσιο ταρτάρ συνδυάζεται με καπνιστή μελιτζάνα και το συνοδεύει focaccia.
Ένα πιάτο που αξίζει να δοκιμάσετε είναι το parfait από συκωτάκια πουλιών με αυγοφέτα και μουστάρδα, που επαναφέρει κάποιες μνήμες του σεφ από την παιδική του ηλικία, όταν στο σπίτι η μητέρα του τηγάνιζε συκωτάκια πουλιών με αυγά.

Το καλαμάρι γίνεται στη φωτιά και συνδυάζεται με σάλτσα μυδιών με σαφράν. Τα φρέσκα agnolotti γεμίζονται με κοτόπουλο και το πιάτο ολοκληρώνεται με παλαιωμένο balsamico και κρέμα από γραβιέρα με πιπέρια.
Γλυκό κλείσιμο, με παγωτό κερί και καραμέλα με fish sauce.
H κουζίνα του Rhoé είναι ελαφριά, μοντέρνα και κομψή και δεν χρειάζεται να υψώσει τη φωνή της για να δηλώσει την ταυτότητά της. Στο Rhoé, η Αθήνα, η ιστορία, η τέχνη, το κρασί και η γαστρονομία συνυπάρχουν σε ένα ενιαίο σκηνικό.

Και κάπως έτσι, ανάμεσα στην Ερμού και την Ακρόπολη, ένα παλιό αθηναϊκό κτίριο αποκτά μια νέα «ροή» – όπως υποδηλώνει και το όνομά του – με το βλέμμα στραμμένο στην παράδοση, αλλά τα πιάτα να είναι σταθερά στο σήμερα.

