Το ηχηρό νέο της χρονιάς που φεύγει είναι η επιβεβαίωση της είδησης ότι, εκτός από τα εστιατόρια, ο διάσημος Κόκκινος Οδηγός θα ασχοληθεί και με το κρασί. Σωστό ή λάθος, ενδιαφέρον για πολλούς ή για πολύ λίγους, θα το μάθουμε στην πορεία. Παρά τις όποιες αρνητικές παρατηρήσεις, το κύρος του Οδηγού το επιβάλλει. Αναμονή.
Η έκπληξη της χρονιάς για το 2025, που μόλις πριν από λίγες ημέρες μας άφησε, ήρθε και επιβεβαιώθηκε στις αρχές του Δεκέμβρη από τον Κόκκινο Οδηγό της Michelin. Κρατώντας την ιερή τριάδα που χαρακτηρίζει την κλίμακα των βραβείων με σύμβολο το αστέρι (σε ό,τι αφορά τα εστιατόρια), επεκτείνεται και στο χώρο του κρασιού, μόνο που στη συγκεκριμένη περίπτωση το σύμβολο της τριάδας είναι ένα, δύο ή τρία τσαμπιά σταφυλιού. Προφανώς, ο έγκυρος Κόκκινος Οδηγός, ο οποίος ασχολείται με τη γαστρονομία κατά κύριο λόγο εδώ και πάνω από έναν αιώνα, έχει και το δικαίωμα και την εγκυρότητα να μπει στο παιχνίδι του κρασιού.

Επειδή το παιχνίδι είναι όντως δύσκολο και δυσνόητο για τη συντριπτική πλειοψηφία, ακόμα και των οινόφιλων, θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω αναφερόμενος σε δύο βιωματικά περιστατικά (εικόνες), σχετικά με το κρασί.
Πρώτη εικόνα:
Αρχές της δεκαετίας του 2000, βρίσκομαι σε ένα καινούργιο, αστικό εστιατόριο στο Μικρολίμανο που μόλις έχει ανοίξει και έχει σχολιαστεί θετικά από συναδέλφους. Πάω να δοκιμάσω, βρίσκω ενδιαφέρον το μενού και ρίχνω μια ματιά στη wine list, η οποία προτείνει 1-2 φθηνά κρασιά και κάποια ρετσίνα. Πριν κλείσω τον κατάλογο και σηκωθώ να φύγω, το μάτι μου πέφτει σε κάτι που μάλλον δεν περίμενα να βρω: μία Veuve Clicquot. Αποφασίζω να μείνω και φωνάζω το σερβιτόρο, ο οποίος, όπως ήταν αναμενόμενο, παίρνει την παραγγελία και με ρωτάει τι θα πιούμε. Απαντώ «μια Veuve Clicquot», για να μου ανταπαντήσει:
«Δεν ρωτάω, κύριε, τι θα πιείτε με το επιδόρπιο, ρωτάω για το φαγητό».
Ο διάλογος αυτός επαναλήφθηκε δύο ή τρεις φορές και το αποτέλεσμα ήταν ότι εκείνο το βράδυ δείπνησα στον συγκεκριμένο χώρο με όρθιους γύρω από το τραπέζι τον ιδιοκτήτη, τον σεφ, τον βοηθό μάγειρα και τον maître, οι οποίοι προσπαθούσαν να καταλάβουν πώς είναι δυνατόν να συνοδεύεις ένα μπαρμπούνι στη σχάρα με ένα ποτήρι σαμπάνια.

Δεύτερη εικόνα:
Στο Παρίσι, είμαι καλεσμένος σε δείπνο Γαλλικής αντίληψης από ένα ζευγάρι φίλων (Γάλλων), αστικής προέλευσης, εύπορων, πολυταξιδεμένων και φίλων του καλού φαγητού. Η σύνθεση του μενού ήταν, αναμενόμενα, ενδιαφέρουσα. Στα ποτήρια, όμως, πήρε θέση ένα κρασί από τη Βόρεια Αφρική (πλαγιές του Άτλαντα, κυρίως Τυνησία και Αλγερία): το Sidi Brahim.
Το πολυετές ταξίδι μου στο χώρο της γεύσης και του κρασιού με βοήθησε να έχω σήμερα στη μνήμη μου άπειρα τέτοια επεισόδια, τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση ενός μικρού βιβλίου με ανέκδοτα. Δεν χρειάζεται όμως να σας κουράσω.
Ας δούμε, λοιπόν, με ποια κριτήρια θα δίνει η Michelin τα «τσαμπιά». Θα τα αναφέρω περιληπτικά και αποσπασματικά:
* Η ζωτικότητα του εδάφους και η φροντίδα των αμπελιών
* Οι αυστηρές διαδικασίες οινοποίησης που εκφράζουν το terroir και τις ποικιλίες
* Η δυνατότητα των παραγωγών να δημιουργούν κρασιά με προσωπικότητα, αίσθηση τόπου και πολιτισμού

Συγκρίνοντας τα στιγμιότυπα που προαναφέρθηκαν με τα κριτήρια αυτά, αναρωτιέμαι πόσοι καταναλωτές στην Ελλάδα – στην οποία σχέση με το κρασί έχουν ουσιαστικά μόνο κάποιοι οινολόγοι, κάποιοι σομελιέ και 100 – 200 άτομα από τον «κοινό λαό» – θα καταλάβουν το «τι θέλει να πει ο ποιητής» και γιατί αξίζει να υποστηρίξουν (να πληρώσουν, για την ακρίβεια) το τάδε ή το δείνα κρασί.
Στο Μπορντό, επί παραδείγματι, υπάρχουν, ανάλογα με τις στατιστικές, έξι έως δέκα χιλιάδες εκμεταλλεύσεις. Έχοντας δοκιμάσει, εξαιρουμένων των μεγάλων châteaux, τουλάχιστον τριακόσια διαφορετικά κρασιά, τολμώ να πω ότι πάνω από το 50% αυτών μπορεί άνετα να σταθεί στο τραπέζι ενός απλού καταναλωτή, ο οποίος δύσκολα μπορεί να αντιληφθεί τη διαφορά ανάμεσα σε ένα κρασί των 15€ και σε ένα κρασί των 100€.
Τέλος, είναι βέβαιο ότι, με βάση τα κριτήρια της Michelin, τα κρασιά που θα βραβευτούν, ακόμα και με ένα τσαμπί, για τον μέσο καταναλωτή (ακόμα και τα χαμηλότερης τιμής) δεν θα είναι ιδιαίτερα προσιτά, καθώς η τιμή τους στο ράφι θα ξεπερνά τα 30€.

Το συμπέρασμα βγαίνει αβίαστα. Είναι πασίγνωστο ότι, όπως ένας μεγάλος αριθμός εστιατόρων, έτσι και ένας αναλογικά μεγάλος αριθμός οινοπαραγωγών θα πέσει στην παγίδα να κυνηγήσει το περίποθητο τσαμπί. Με ανάλογο τρόπο, εξαιρουμένων των επαγγελματιών του χώρου, οι οποίοι έχουν κάθε λόγο να παρακολουθήσουν το συγκεκριμένο δρώμενο, στην παγίδα θα πέσουν οι νεόπλουτοι, οι επιδειξίες και αυτοί που δεν έχουν τι να κάνουν τα λεφτά τους και ανοίγουν στη Μύκονο μια σαμπάνια Salon για να… ποτίσουν την άμμο.
Και για να ξέρουμε τι λέμε, όλα αυτά δεν αναφέρονται μόνο στην Ελλάδα. Έχω ζήσει πολλά χρόνια στη Γαλλία, αρκετό καιρό στην Ελβετία, καθώς και στην Ιταλία και τη Γερμανία. Πιστέψτε με, αυτοί που πραγματικά καταλαβαίνουν από κρασί και μπορούν να αντιληφθούν τι λένε τα «τσαμπιά» της Michelin είναι λιγότεροι απ’ ό,τι φαντάζεστε.
Εν πάση περιπτώσει, και για να μη νομίζετε ότι είμαστε αρνητικοί και μίζεροι, θα πω ότι η ενέργεια του Κόκκινου Οδηγού έχει κι αυτή την αξία της, ακόμη κι αν αφορά λίγους. Ας περιμένουμε, λοιπόν, να ξεκινήσει το ταξίδι της και ας κρίνουμε τα πάντα στην πράξη. Είναι πολύ νωρίς για να κρατάμε το στόμα μας ορθάνοιχτο, γεμάτοι έκπληξη και θαυμασμό, με φόβο να καταπιούμε μύγες.
Ελπίζω να διαψευσθώ.